Αμπελουργία

Δείτε πληροφορίες για την ιστορία της ελληνικής αμπελουργίας στο karagelis.gr

χημείο

Καραγγελής

αναλύσεις

Μεσσηνία

Χημείο Καραγγελής ΜεσσηνίαΑμπελουργία

 

 

 χημειο αμπελουργιας ιστορια αμπελουργια
 
                Αμπελουργία                
                                 
               

1.1  Εισαγωγή

 

Ο πιο σημαντικός παράγοντας που καθορίζει το ξεχωριστό άρωμα και τη γεύση κάθε κρασιού είναι η οινοποιήσιμη ποικιλία αμπέλου από την οποία προέρχεται. Από τους γενετικούς χαρακτήρες της εξαρτώνται άμεσα το μέγεθος της ράγας του σταφυλιού, η σύσταση και το χρώμα του φλοιού, η υφή του και η σχέση σακχάρων και οξέων. Όσο μικρότερο είναι το φρούτο, τόσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση των αρωμάτων. Όσο πιο χοντρός και έντονου χρώματος είναι ο φλοιός, τόσο εντονότερο θα είναι το χρώμα και το άρωμα του κρασιού. Όσο μεγαλύτερη είναι η περιεκτικότητα σε σάκχαρα, τόσο υψηλότερος θα είναι ο αλκοολικός βαθμός του κρασιού. Η συγκέντρωση των οξέων διασφαλίζει τη γευστική ισορροπία.

Είναι λοιπόν φανερό ότι εκλεκτά κρασιά ποιότητας παράγονται από «ευγενείς» οινοποιήσιμες ποικιλίες αμπέλου, όταν καλλιεργούνται σε περιοχές όπου το έδαφος και το κλίμα είναι κατάλληλα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων αποτελεί το οικοσύστημα κάθε περιοχής (terroir), το οποίο, για να δώσει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, πρέπει να συμπληρώνεται αρμονικά από τον ανθρώπινο παράγοντα, δηλαδή τον αμπελουργό που επεμβαίνει στη ζωή του αμπελιού με καλλιεργητικές τεχνικές και φροντίδες. Με τις απαραίτητες λιπάνσεις και τα οργώματα, με τα κλαδέματα, τα κορφολογήματα και τα αραιώματα, με την προστασία από τις ασθένειες και τα ζιζάνια, με αγάπη και φροντίδα που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.

 

Οι ποικιλίες αμπέλου είναι χιλιάδες και χωρίζονται σε:

  • Επιτραπέζιες 
  • Οινοποιήσιμες 
  • Ποικιλίες για ειδική χρήση 
  • Ποικιλίες υποκειμένων

 

Η κάθε οινοπαραγωγός χώρα καλλιεργεί τις γηγενείς (ντόπιες) οινοποιήσιμες ποικιλίες, αλλά και τις λεγόμενες διεθνείς, αυτές δηλαδή που συναντώνται σχεδόν σε όλον τον οινοπαραγωγό κόσμο. Οι πρώτες δίνουν συνήθως κρασιά που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση, με αρκετές εξαιρέσεις, «κλασικές» πια στη διεθνή αγορά, ενώ οι δεύτερες δίνουν συνήθως κρασιά πιο «ενιαίου» (παγκοσμιοποιημένου, όπως συχνά λέγεται σήμερα) και ευκολότερα αναγνωρίσιμου χαρακτήρα, ενός πιο ευρέως αποδεκτού στυλ, που παρουσιάζει όμως τεράστιες διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις συνθήκες και τις μεθόδους καλλιέργειας. Η επικράτησή τους, ωστόσο, δεν είναι τυχαία, αφού όντως πρόκειται για ποικιλίες αποδεδειγμένου ποιοτικού δυναμικού και αξίας.

Ορισμένα κρασιά παράγονται από μία μόνο ποικιλία (μονοποικιλιακά κρασιά) κι άλλα από δύο ή περισσότερες, συχνά ντόπιες και διεθνείς (κρασιά blended), ανάλογα με το επιθυμητό στυλ.

 

1.2  Ιστορικά Στοιχεία

 

 Το αμπέλι έχει, κατά τους ιστορικούς, προϊστορία πολλών εκατομμυρίων χρόνων. Πριν μάθουν οι άνθρωποι να το καλλιεργούν, αυτό υπήρχε στη φύση σε άγρια κατάσταση. Κουκούτσια αγριοστάφυλων έχουν βρεθεί ακόμα και σε σπηλιές  που κατοικήθηκαν από νομαδικές προϊστορικές φυλές.

Πριν από την Εποχή των Παγετώνων το κλίμα της Γης ήταν ζεστό και τα αγριάμπελα ευδοκιμούσαν σχεδόν παντού μέχρι τις πολικές περιοχές, στην Ισλανδία, τη βόρεια Ευρώπη, τη βορειοδυτική Ασία, ακόμη και στην Αλάσκα. Οι παγετώνες όμως, που ήρθαν αργότερα σκέπασαν με στρώμα πάγου τη γη και περιόρισαν την εξάπλωση των αγριάμπελων στα θερμότερα μέρη, δηλαδή σε περιοχές με εύκρατο κλίμα, όπως την κεντρική-ανατολική Ασία, την κεντρική-νότια Ευρώπη, κυρίως όμως, μεταξύ Εύξεινου Πόντου, Κασπίας θάλασσας, Καυκάσου και Μεσοποταμίας (στην Ουρ της Μεσοποταμίας, βρέθηκε μια ζωγραφιά που απεικόνιζε σκηνή από σπονδές). Ο Καύκασος, η Μεσοποταμία καθώς και η αρχαία Αίγυπτος πρέπει να θεωρηθούν οι κοιτίδες της αμπελουργίας και φυσικά οι πατρίδες του κρασιού. Εκεί γεννήθηκε το είδος Άμπελος η οινοφόρος (Vitis vinifera, υποείδος caucasica), το ήμερο κλήμα που σχεδόν αποκλειστικά καλλιεργούμε σήμερα σε διάφορες ποικιλίες και υβρίδια. Πηγή:http://boraeinai.blogspot.com/2009/09/blog-post_20.html

Σύμφωνα με αρχαιολογικά στοιχεία απολιθωμάτων, η παρουσία του κλήματος μετρά-ει 300.000 χρόνια. Η τέχνη της αμπελουργίας εικάζεται ότι ξεκίνησε με την αγροτική επανάσταση και τη σταθερή εγκατάσταση πληθυσμών με σκοπό την καλλιέργεια, γύρω στο 5000 π.Χ. Από τους πρώτους γνωστούς αμπελοκαλλιεργητές θεωρούνται οι Αριοι (πρόγονοι των Ινδών που ζούσαν στην περιοχή Καυκάσου-Κασπίας), οι αρχαίοι Πέρσες, οι Σημιτικοί λαοί και οι Ασσύριοι. Κατόπιν η τέχνη της αμπελουργίας και οινοποιίας πέρασε στους Αιγύπτιους, τους λαούς της Παλαιστίνης-Φοινίκης και τους -μη Έλληνες εκείνα τα χρόνια- κατοίκους της Μικρασίας και του Ελλαδικού χώρου. Την ίδια εποχή πάντως το κρασί αναφέρεται και στην αρχαία Κίνα.

Η Αίγυπτος είχε μακρότατη παράδοση οινοποιίας, με τις αρχές της να χάνονται πριν το 4000 π.Χ. Αναφέρονται βασιλικοί αμπελώνες, ενώ στους τάφους των Φαραώ της 4ης Δυναστείας τοιχογραφίες αναπαριστούν ποικιλίες σταφυλιού διαφόρων αποχρώσεων, σκηνές αμπελουργίας και οινοποίησης, ακόμη και μηχανικά πιεστήρια, ενώ βρέθηκαν και αμφορείς της Νέας Δυναστείας (1600-1100 π.χ.) στους οποίους αναγράφονται η προέλευση, η σοδειά και ο οινοποιός.

Στην Μεσοποταμία πάλι, ο Βαβυλώνιος βασιλιάς Χαμουραμπί το 1700 π.χ. είχε νομοθετήσει για την τιμή του κρασιού καθώς και για την περίοδο που έπρεπε να καταναλώνεται: μόνο την εποχή μετά τον τρύγο -η παλαίωση προφανώς δεν είχε εκτιμηθεί όσο έπρεπε. Παρά τη μακρά παράδοσή τους, οι λαοί αυτοί γρήγορα έχασαν τη φήμη των σπουδαίων οινοποιών -στην κλασσική εποχή, τα αιγυπτιακά κρασιά δε θεωρούνταν άξια λόγου. Αυτό οφείλεται  σε γεωγραφικούς-κλιματικούς παράγοντες (το αμπέλι έδινε καλύτερες ποικιλίες στα μεσογειακά κλίματα, όπως της Φοινίκης και της Ελλάδος).

Οι Σημιτικοί λαοί της ανατολικής Μεσογείου ήρθαν νωρίς σε επαφή με το κρασί. Στην Παλαιά Διαθήκη οι αναφορές αφθονούν. Όταν παραδείγματος χάρη στράγγισαν τα νερά του κατακλυσμού λέει χαρακτηριστικά: "ήρξαντο Νώε άνθρωπος γεωργός γης και εφύτευσεν αμπελώνα" (Γένεσης, θ' 20).

Οι Φοίνικες ήταν ξακουστοί οινοποιοί αλλά και έμποροι. Φοινικικοί κρασοαμφορείς έχουν βρεθεί σχεδόν σε κάθε περιοχή της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου. Η Τύρος ήταν από τα πρώτα μεγάλα κέντρα θαλάσσιου οινεμπορίου.

Οι Έλληνες, οι οποίοι διέπρεψαν στην οινοποιία, μονοπωλώντας σχεδόν την αγορά για αιώνες,  γνώρισαν το κρασί πιθανότατα από την αρχή της εγκατάστασής τους στο σημερινό τους τόπο, δηλαδή τουλάχιστον πριν το 1700 π.χ. Δεν έχει διευκρινιστεί από πού διδάχθηκαν την οινοποιία. Σύμφωνα με μια θεωρία, έμαθαν το κρασί από τους ανατολικούς λαούς (Φοίνικες ή και Αιγύπτιους), με τους οποίους τόσο οι Μυκηναίοι, όσο και οι προγενέστεροι -μη ελληνικής καταγωγής- Κυκλάδιοι  και Μίνωες  είχαν ανεπτυγμένες εμπορικές σχέσεις.

Η σχετική με το κρασί μυθολογία (διονυσιακοί, ορφικοί κ.α. μύθοι) είναι πλουσιότατη, δεν δίνει όμως συγκεκριμένες ενδείξεις. Αλλού το αμπέλι εμφανίζεται ξαφνικά από μόνο του ή το χαρίζει ο θεός Διόνυσος στους ελλαδίτες (π.χ. στην Αιτωλία), με τρόπο που δημιουργεί σκέψεις για την παρουσία της αμπέλου στον ελλαδικό χώρο, πολύ πριν την έλευση των Ελλήνων. Αλλού το κρασί συνδέεται με την Κρήτη και τη Νάξο (μύθος "Διονύσου και Αριάδνης"), ενισχύοντας την εκδοχή περί φοινικικής ή αιγυπτιακής προέλευσης. Αλλού πάλι το αμπέλι φέρεται ερχόμενο από τη Θράκη, που σύμφωνα με τον Όμηρο , ίσως ήταν ο βασικός προμηθευτής των Ελλήνων στους Μυκηναϊκούς χρόνους. Άλλωστε η λατρεία του Διονύσου θεωρείται Θρακικής-Μικρασιατικής καταγωγής. Η τελευταία αυτή εκδοχή είναι μπερδεμένη από μόνη της και αυτό γιατί οι Σκύθες και κάποια βορειοθρακικά φύλα εμφανίζουν μια έκδηλη έχθρα προς το κρασί, ριζωμένη στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά στα ομηρικά έπη (Οδύσσεια  όπου ο ιερέας Μάρων χαρίζει δυνατό κρασί στον Οδυσσέα) οι Θράκες, φέρονται ως δεινοί οινοπαραγωγοί. Η αντίσταση στη λατρεία του Διονύσου και οι δυσκολίες που συνάντησε αυτή μέχρι να καθιερωθεί στην Ελλάδα, αποτυπωμένες σε πολλούς μύθους, υποδηλώνουν  μια αρχική καχυποψία απέναντι στο κρασί.

Όπως και αν έγιναν τα πράγματα, οι Έλληνες αγάπησαν τον  Διόνυσο και το κρασί, εκτιμώντας το γεγονός ότι τους βοηθούσε ανάλογα με την περίσταση να ξεχνούν τα βάσανα της ζωής, να έρχονται σε έκσταση ή να δημιουργούν ευχάριστη ατμόσφαιρα και κέφι στην συντροφιά. Το εκτιμούσαν, λαός και άρχοντες, καθώς και οι φιλόσοφοι όλων  των ρευμάτων, από τους Προσωκρατικούς και τους Ιδεαλιστές (Πλάτων, Σωκράτης κ.ο.κ.) μέχρι τους Επικούρειους, ενώ και οι ποιητές δεν παρέλειψαν να το υμνήσουν. Πάντως δεν συνήθιζαν να μεθούν, ούτε είχαν εκτίμηση στους μεθύστακες. Το τελετουργικό του επίσημου συμποσίου, όπου ο "συμποσιάρχης", συχνά προϊστάμενος στρατιάς "κεραστών" και "οινοχόων", επέβλεπε τόσο το νέρωμα του κρασιού, όσο και την ποσότητα που θα έπινε ο κάθε συμπότης ανάλογα με την κατάστασή του. Γεγονός το οποίο δηλώνει, ότι η αποφυγή της μέθης και η διατήρηση πολιτισμένης ατμόσφαιρας ήταν σημαντική υπόθεση. Η πόση ανέρωτου κρασιού ("άκρατου οίνου") θεωρείτο βαρβαρότητα και μάλιστα σύμφωνα με αναφορές, κάποιος νομοθέτης την είχε απαγορεύσει επί ποινή θανάτου.  Η πόση ανέρωτου κρασιού συνηθιζόταν μόνο από αρρώστους ή κατά τη διάρκεια ταξιδιών ως τονωτικό-δυναμωτικό. Ήταν επίσης διαδεδομένη η κατανάλωση κρασιού με μέλι.

Οι πρόγονοί μας έπιναν το κρασί τους με διάφορους τρόπους. Γενικός κανόνας ήταν η ανάμειξη του κρασιού με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού), 1:2 ή 2:3 και διέθεταν ακόμη και ειδικά σκεύη τόσο για την ανάμειξη (κρατήρες και κυάθους, δηλαδή μακριές, βαθιές κουτάλες) όσο και για την ψύξη του πριν την κατανάλωση (ψυκτήρες). Παρ’όλα αυτά συχνά το έπιναν ζεστό, διότι η ψύξη του κρασιού με πάγο από τα βουνά, ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Συχνά αρωμάτιζαν το κρασί τους με διάφορα μυρωδικά. Η προσθήκη αψίνθου στο κρασί (δηλαδή η παρασκευή βερμούτ ) ήταν γνωστή μέθοδος (αποδίδεται μάλιστα στον Ιπποκράτη και το βερμούτ της εποχής ονομαζόταν και "Ιπποκράτειος Οίνος"), καθώς και η προσθήκη ρητίνης (δηλαδή η παρασκευή ρετσίνας) που γινόταν -αν και μάλλον σπάνια- όχι μόνο χάριν της ιδιάζουσας γεύσεως, αλλά και της συντήρησης. Ενίοτε προσέθεταν και άλλα μπαχαρικά ή αρωματικά βότανα όπως θυμάρι , μέντα , γλυκάνισο, ή σμύρνα.

Ο τρόπος παραγωγής του κρασιού δε διέφερε ουσιαστικά από αυτόν των ημερών μας. Η αμπελουργία είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα τέχνης. Κυκλοφορούσαν δε και ειδικά βιβλία επί του θέματος. Από αυτό του Θεόφραστου, που σώθηκε ως τις μέρες μας, λαμβάνουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Λόγου χάριν, ότι οι Έλληνες (αντίθετα από τους Ρωμαίους) συνήθως καλλιεργούσαν το αμπέλι απλωμένο στη γη, χωρίς υποστηρίγματα, τεχνική που ακόμη και σήμερα είναι σε χρήση σε κάποιες περιοχές .

Οι Έλληνες γνώριζαν την παλαίωση του κρασιού και την άφηναν να γίνει σε θαμμένα πιθάρια σφραγισμένα με γύψο και ρετσίνι. Ίσως έτσι, κατά τύχη, ανακαλύφθηκε η επίδραση της προσθήκης ρετσινιού. Το κρασί εμφιαλωνόταν, ανάλογα με το πόσο μεγάλο ταξίδι είχε μπροστά του μέχρι την κατανάλωση, σε ασκούς ή σε σφραγισμένους πήλινους αμφορείς, αλειμμένους με πίσσα (ή ρετσίνι) για τέλεια στεγανοποίηση, στους οποίους συχνά αναγράφονταν με μπογιά ή με σφραγίδα τα πλήρη στοιχεία του περιεχομένου οίνου, δηλαδή, περιοχή προέλευσης, έτος παραγωγής, οινοποιός και εμφιαλωτής.

Το εμπόριο των ελληνικών κρασιών απλωνόταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μέχρι και την Ιβηρική χερσόνησο (οι Ίβηρες και οι κάτοικοι της νότιας Γαλατίας μάλλον τότε πρωτοήρθαν σε επαφή με το κρασί), και φυσικά στον Εύξεινο πόντο. Ήταν δε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες των προγόνων μας.

Σε πολλές πόλεις υπήρχαν ειδικοί νόμοι για να εξασφαλίζουν την ποιότητα του κρασιού, αλλά και "προστατευτικοί" ενάντια στον ξένο ανταγωνισμό και τις εισαγωγές.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η σχετική νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία, πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί δημεύονταν (κατάσχονταν).

Από διάφορες ιστορικές πηγές έχουν διασωθεί τα ονόματα των οινοπαραγωγικών περιοχών και των κρασιών που παρήγαγαν. Αρχικά, τα πιο ξακουστά κρασιά -διεθνώς- ήταν αυτά του βορείου Αιγαίου: της Λήμνου, της Θάσου, της Λέσβου, της Χίου, της Ικαρίας και της Σάμου. Αργότερα, μετά την κλασσική εποχή, απέκτησαν μεγάλη φήμη και τα κρασιά της Ρόδου, της Κω και των λοιπών Δωδεκανήσων, της Θήρας, της Νάξου, της Κρήτης και της Κύπρου.

Οι Ρωμαίοι γνώρισαν το κρασί από τους Έλληνες αποίκους και τους  Ετρούσκους ,οι οποίοι το είχαν διδαχθεί έναν με δύο αιώνες νωρίτερα από τους Φοίνικες ή τους Έλληνες. Η ανάλυση  της ρωμαϊκής μυθολογίας, φανερώνει ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν επαφή με τη διονυσιακή λατρεία και το κρασί πριν τον 8ο π.χ. αιώνα. Αγάπησαν ωστόσο το κρασί και επιδόθηκαν στην αμπελοκαλλιέργεια. Ξακουστά κρασιά τους ήταν ο Φαλέρνιος του Μόντε Κασσίνο και τα κρασιά των νοτίων Άλπεων. Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να εγκαταστήσουν αμπελοκαλλιέργειες στις κατακτήσεις τους (ακόμη και στη Βρετανία), εισήγαγαν όμως -οι ευπορότεροι εξ αυτών- και ελληνικά κρασιά (όπως άλλωστε σχεδόν κάθε τι το ελληνικό). Τελικά διέπρεψαν στην παραγωγή (βελτίωσαν τις τεχνικές καλλιέργειας και οινοποιίας) και ιδίως στο εμπόριο, εκτοπίζοντας σταδιακά από την αγορά την παρακμάζουσα Ελλάδα και κυριαρχώντας στην αγορά μέχρι και το τέλος της αρχαιότητος.

Στους χρόνους μετά την κατάρρευση της Ρώμης, με τις μεταναστεύσεις των λαών και τις καθόδους διαφόρων νομαδικών φύλων στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο, η αμπελουργία βρέθηκε σε μια περίοδο οπισθοδρόμησης. Ειδικά στη Δύση, με την αποδιάρθρωση του εμπορίου και της γεωργίας, μειώθηκαν τόσο οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, όσο και η ποιότητα των κρασιών. Σε κάποιες περιοχές η αμπελουργία εγκαταλείφθηκε για αιώνες. Οι κληρικοί και μοναχοί, που χρειάζονταν το κρασί και για λειτουργικούς σκοπούς, ήταν σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που συντέλεσαν στη διατήρηση της οινοποιητικής παράδοσης , όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η περιοχή του Ρήνου στη Γερμανία. Ακόμη και σήμερα μερικοί ξακουστοί γαλλικοί αμπελώνες ανήκουν σε μοναστήρια. Από τα χρόνια του Καρλομάγνου, κατά το ξεκίνημα του "κυρίως Μεσαίωνα" (δηλαδή της φεουδαρχικής εποχής), η τέχνη του κρασιού άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει ξανά τα πάνω της. Ο ίδιος ο Καρλομάγνος όρισε την αμπελοφύτευση περιοχών της Γερμανίας και της Ελβετίας.

Στο Βυζάντιο, παρά τις όποιες ιστορικές αναταραχές και παρ' ότι η εγκατάλειψη ή η απαγόρευση της Διονυσιακής λατρείας ήταν ένα σημαντικό  πλήγμα, τα πράγματα δεν ήταν τόσο τραγικά. Και εδώ οι μοναχοί διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο, συν τοις άλλοις και για το λόγο,  ότι όλο και μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, περιέρχονταν στη μοναστηριακή και εκκλησιαστική περιουσία. Οι μοναχοί είχαν έτσι την άνεση να κατασκευάζουν μεγάλα, σύγχρονα για την εποχή οινοποιεία, να βελτιώνουν τις τεχνικές παραγωγής και την ποιότητα του κρασιού. Μεταξύ των πραγμάτων που άλλαξαν είναι και η συνήθεια της ανάμειξης του οίνου με νερό, που εγκαταλείφθηκε οριστικά. Κρασί παραγόταν σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, αλλά τα πιο ξακουστά κρασιά παρέμεναν αυτά των περιοχών που είχαν και στην αρχαία Ελλάδα αντίστοιχη φήμη. Νέο "αστέρι" της ελληνικής οινοποιίας αναδείχθηκε από εκείνα τα χρόνια και μέχρι τον 19ο αιώνα, με μεγάλη ζήτηση και στην Ευρώπη, ο "Μαλβαζίας" , που οφείλει το όνομά του μάλλον στη Μονεμβασιά, παραγόταν όμως κυρίως στην Κρήτη. Η περίοδος της τουρκοκρατίας, παρά τις δυσκολίες της -κυρίως την υψηλή φορολογία- δεν περιόρισε σημαντικά την ελληνική αμπελουργία. Εδώ σχετικά ευνοημένα βρέθηκαν για άλλη μια φορά, τα μοναστηριακά κτήματα, αλλά και οι νησιωτικές περιοχές, όπου η περίοδος της τουρκικής κυριαρχίας σε πολλές περιπτώσεις ήταν συντομότερη και η επιβολή φόρων κάπως πιο χαλαρή.

Την ίδια περίοδο στη Δύση, η τέχνη του κρασιού γνώρισε τη μεγάλη ανάπτυξη που οδήγησε στη σημερινή της ακμή. Από το 13ο αιώνα οι Άραβες προώθησαν την αμπελουργία στην κατεκτημένη Ιβηρική χερσόνησο, έτσι το 16ο αιώνα έχει πλέον εξαπλωθεί σχεδόν παντού στην Ισπανία αλλά και τη Γαλλία, στην οποία η σημαντικότατη ανάπτυξη οδήγησε (το 1730) ακόμα και σε νόμους για τον περιορισμό της καλλιέργειας. Η εποχή αυτή έφερε αρκετές τεχνικές καινοτομίες, όπως τη χρήση της γυάλινης φιάλης και του φελλού (καθιερώθηκε μέσα στον 17ο αιώνα) και την παρασκευή σαμπάνιας που αποδίδεται στον Γάλλο Βενεδικτίνο μοναχό Περινιόν. Με την εξερεύνηση των θαλασσίων οδών από τους μεγάλους Ισπανούς και Πορτογάλους εξερευνητές, άνοιξαν νέοι ορίζοντες. Το εμπόριο συνέβαλε, όπως και παλαιότερα, στην ανάπτυξη της οινοποιίας (γεννήθηκαν νέοι τύποι, λόγου χάρη,  τα ενισχυμένα με μπράντι ή άλλο απόσταγμα Πόρτο, Σέρρυ, Μαδέρα), ενώ επιχειρήθηκε η αμπελοκαλλιέργεια στη Νότιο Αφρική, την Αυστραλία και το Νέο Κόσμο.

Το τελευταίο αυτό εγχείρημα είχε απρόβλεπτες συνέπειες, οφειλόμενες κυρίως σε ένα μικρό και άγνωστο μέχρι τότε έντομο, τη φυλλοξήρα, στον αμερικανικό περονόσπορο καθώς και στον επίσης αμερικανικής προέλευσης μύκητα ωίδιο.

Η ευρωπαϊκή άμπελος (Vitis vinifera) δε μπορούσε να επιβιώσει στη νέα ήπειρο, ιδίως στο βόρειο τμήμα της. Αυτό ανάγκασε τους αποίκους να χρησιμοποιήσουν ενδημικά, ανθεκτικά αμερικανικά είδη (άγρια μέχρι τότε, καθώς οι ινδιάνοι ουδέποτε επιδόθηκαν στην αμπελουργία), όπως τα Vitis rotundifolia, V. labrusca, V. riparia κ.α., συνήθως μετά από υβριδισμό με ευρωπαϊκές ποικιλίες V. vinifera.

Όταν, από το 18ο αιώνα και έπειτα, μεταφέρθηκαν τέτοιες υβριδικές ποικιλίες στην Ευρώπη, το ωίδιο και ο περονόσπορος προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους Γαλλικούς αμπελώνες (μέσα 19ου αιώνα). Η εισαγωγή καθαρών αμερικανικών ποικιλιών για να αντιμετωπιστεί το κακό, συνοδεύτηκε από την εισαγωγή της φυλλοξήρας, που πλέον σχεδόν εξολόθρευσε τα γαλλικά αμπέλια και όχι μόνο, αφού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα έπληξε πολύ σοβαρά τη Βόρεια Ελλάδα. Τα προβλήματα αυτά λύθηκαν με τη μελέτη και καλλιέργεια "διηπειρωτικών" υβριδίων, ανθεκτικών μεν, αλλά με μορφολογία και καρπό όμοιο με των πατροπαράδοτων ευρωπαϊκών ποικιλιών.

Τέλος, αναφερόμενοι στα νεότερα ελληνικά πράγματα, να πούμε ότι η ελληνική αμπελουργία υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή κατά την επανάσταση του 1821, αλλά κατόπιν γρήγορα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αποκαταστάθηκαν και μάλιστα αυξήθηκαν. Μεγάλο μέρος αυτών όμως, κυρίως στην Πελοπόννησο, φυτεύτηκε πλέον όχι με άμπελο για οινοποιία, αλλά με σταφιδάμπελο.

Η κορινθιακή σταφίδα ήταν το κύριο εξαγωγικό προϊόν και ο στύλος της εθνικής οικονομίας του νεοσύστατου κράτους, με ανοδικές τάσεις μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνος.

Ας σημειωθεί ότι η σταφίδα αυτή συνήθως προοριζόταν για παραγωγή ξηροσταφιδίτη οίνου στο εξωτερικό και κυρίως στη Γαλλία, που εκείνα τα χρόνια, όπως είδαμε, έχανε τα αμπέλια της από τη φυλλοξήρα. Σε αυτές και τις επόμενες δεκαετίες η αμπελουργία συνολικά αναπτύχθηκε και οι αντίστοιχες εκτάσεις στην ελληνική επικράτεια αυξήθηκαν, ειδικά με τις προσαρτήσεις της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Κρήτης. Έως τα μέσα όμως του 20ού αιώνα είχε επέλθει ξανά σημαντική πτώση, οφειλόμενη στην επιδημία φυλλοξήρας που έπληξε τη Μακεδονία, αλλά και στις πολυτάραχες ιστορικές συγκυρίες. Σημαντικό πάντως για την ελληνική οινοποιία από την επανάσταση και μετά, είναι ότι στην περίοδο αυτή μπήκαν οι βάσεις της ελληνικής  επιστημονικής οινολογίας και παραγωγής κρασιού ελεγχόμενης και υψηλής ποιότητας, που ξέφυγε από τα δεδομένα του πατροπαράδοτου σπιτικού κρασιού.

 

 

Η Σύγχρονη Ελληνική Αμπελουργία

 

Μέχρι πριν τον τελευταίο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο, η καλλιεργούμενη έκταση με αμπέλια στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι έφτανε περίπου τα 3.000.000 στρέμματα. Λίγο μετά, η έκταση αυτή μειώθηκε σημαντικά. Σε πολλές περιοχές τα αμερικάνικα υποκείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για την αναμπέλωση μετά την εισβολή της φυλλοξήρας στις αρχές του αιώνα (1905) δεν ήταν επαρκώς κατάλληλα και οι μικρές αποδόσεις απογοήτεψαν τους αμπελουργούς, που εγκατέλειψαν σαν ασύμφορη την καλλιέργεια του αμπελιού. Αργότερα, με τον Εμφύλιο Πόλεμο, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας στις μεγαλουπόλεις και τη μετανάστευση, ο ορεινός πληθυσμός εγκατέλειπε τα χωριά του και τα αμπέλια ξεριζώθηκαν. Έτσι, χάθηκαν ονομαστοί αμπελώνες όπως της Σιάτιστας στην Κεντρική Μακεδονία, της Μαρώνειας στη Θράκη, της Αράχοβας πλάι στους Δελφούς κ.α. Σήμερα, η καλλιεργούμενη με αμπέλια έκταση έχει κατέβει από την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κίνητρα για ξερίζωμα, στα 1.200.000 στρέμματα περίπου, μετά την τάση εγκατάλειψης. Το γενικό αυτό σύνολο του 1.200.000 στρεμμάτων, έχει κατανομή περίπου 150.000 στρέμματα επιτραπέζιων σταφυλιών, 400.000 στρεμμάτων σταφίδων και 650.000 στρεμμάτων κρασοστάφυλων. 

Όπως αναφέρεται σε σχετική μελέτη, μεταξύ 1971 και 1992 οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με σταφύλια (επιτραπέζια και οινοποιήσιμα) μειώθηκαν από 1.166.000 σε 650.000 στρέμματα, με Κορινθιακή σταφίδα από 445.000 σε 184.000 στρέμματα και με Σουλτανίνα από 408.000 σε 188.000 στρέμματα. Η μείωση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον περιορισμό της αμπελοκαλλιέργειας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιδότησε την εκρίζωση των αμπελιών (καν. 1442/88) για να μειώσει την παραγωγή και να εξισορροπήσει την αγορά.

Στα επιτραπέζια σταφύλια ειδικότερα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σημείωσαν, για τον ίδιο λόγο σημαντική μείωση την τελευταία εικοσαετία, της τάξης του 30%. Έτσι εκτάσεις από 216.000 στρέμματα την περίοδο 1979-1980 μειώθηκαν σε 183.500 στρέμματα το 1990 και σε 146.500 στρέμματα το 1998.

Σε αντιστοιχία με τη μείωση της καλλιεργούμενης έκτασης, η συνολική παραγωγή οινοποιήσιμων σταφυλιών ακολούθησε μια πτωτική πορεία από το 1980. Συγκεκριμένα, από τους 550.000 τόνους το 1981 η παραγωγή έφτασε τους 385.000 τόνους το 1996. Κατά συνέπεια η παραγωγή κρασιού είναι και η εξέλιξη της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών και σταφίδας. Η εθνική παραγωγή Κορινθιακής και Σουλτανίνας μειώθηκε από τους 169.000 τόνους στους 89.000 τόνους το 1996, ενώ αυτή των επιτραπέζιων σταφυλιών ακολούθησε μικρότερη πτώση από 280.000 σε 230.000 τόνους κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι η βιολογική καλλιέργεια της αμπέλου στην Ελλάδα, επέκτεινε σημαντικά, τα τελευταία χρόνια, με έντονο ενδιαφέρον για την παραγωγή κρασιού από βιολογικά σταφύλια. Με βάση στοιχεία του 1997, η άμπελος (κυρίως οινάμπελος και σταφίδα Κορινθιακή) καταλαμβάνει συνολική έκταση 13.064  στρέμματα, με κυριότερα κέντρα παραγωγής τους Νομούς: Αχαΐας, Λέσβου, Ηρακλείου, Κυκλάδων, Κιλκίς και Αρκαδίας.

Όσον αφορά την κατανομή της αμπελοκαλλιέργειας ανά περιοχές της χώρας, αυτή διαμορφώνεται, ενδεικτικά, ως εξής:

 

Κρήτη                                22,5%

Πελοπόννησος                   26,0%

Θεσσαλία                          4,5%

Στερεά Ελλάδα                  25,0%

Ήπειρος                             0,5%

Μακεδονία-Θράκη            9,5%

Νησιά                                12,0%

 

Κυριότερη κατά μείζονα έκταση, ελληνική αμπελουργική περιοχή είναι ο νομός Ηρακλείου Κρήτης.

 

2.2 Οι Ελληνικοί Αμπελώνες Κρασιών

 

Παρά την μεγάλη στρεμματική μείωση που έχουν υποστεί οι ελληνικοί αμπελώνες, από ποιοτική  άποψη, τόσο στο χώρο των ποικιλιών όσο και στο χώρο της οινοποιίας και των κρασιών, έχει σημειωθεί πολύ σημαντική βελτίωση.

Δυστυχώς μαζί με την απώλεια ολόκληρων περιοχών και των ονομαστών κρασιών τους, από τις 600 ποικιλίες που είχε απογράψει και περιγράψει ο καθηγητής της αμπελουργίας Κρίμπας πριν τον πόλεμο, σήμερα περισώθηκαν περίπου 350 ποικιλίες που συγκεντρώθηκαν σε έναν αμπελώνα στο Κέντρο Γεωργικών Ερευνών της Θεσσαλονίκης, αποτελώντας έτσι την Ελληνική Αμπελουργική Τράπεζα Γενετικού Υλικού. Άλλο ένα παρόμοιο κέντρο έγινε και στην Πελοπόννησο.

Πολλές και εκλεκτές από αυτές τις ποικιλίες παίρνουν μέρος στην ποικιλιακή σύνθεση των σημερινών αμπελώνων κατά περιοχή για την παραγωγή απλών επιτραπέζιων κρασιών, των εκλεκτών τοπικών κρασιών και των κρασιών ονομασίας προέλευσης (ΟΠΑΠ = Οίνος Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητας ή V.Q.P.R.D.= Vins de Qualite Produits dans de Regions Determinees, όπως ορίζονται από τη διεθνή νομοθεσία των κρασιών).

Έτσι, μαζί με τον εκσυγχρονισμό και τη σύσταση νέων μεγάλων οινοποιητικών μονάδων σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, μπορεί με υπερηφάνεια να στηρίξει κανείς την άποψη, ότι το ελληνικό θαύμα στο χώρο των ελληνικών κρασιών συντελείται και πολλά από αυτά, τα εξαιρετικά μας κρασιά εφάμιλλα των καλύτερων ξένων, κάνουν ήδη διεθνή σταδιοδρομία στην παγκόσμια αγορά.

 

Πηγή:http://www.bep.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=952&Itemid=192

Πηγή: http://www.gidiaris-ae.gr/documents/history_wine.html
               
                                 
                                 
 αρχικη χημειο παρεχει εξοπλισμος

 

 

 

 

 


 

 

 footer                  footer                footer                  footer
                                                     
 footer

 

 footer footer footer footer

 

 

 

© 2018 Καραγγελής | Χημείο , Βιολογικό Πετιμέζι , Εξοπλισμός Κρασιού | Μεσσήνη Μεσσηνίας • all rights reserved • developed and powered by LOGIKON
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΓΓΡΑΦΗ
3