Γηγενείς ποικιλίες αμπέλου

Βρείτε αναλυτικές πληροφορίες για τις γηγενείς ποικιλίες της αμπέλου στο karagelis.gr

χημείο

Καραγγελής

αναλύσεις

Μεσσηνία

Χημείο Καραγγελής ΜεσσηνίαΓηγενείς ποικιλίες αμπέλου

 

 

 χημειο αμπελουργιας ιστορια αμπελουργια
 
                Γηγενείς ποικιλίες αμπέλου                
                                 
               

Όλες οι Διεθνείς Ποικιλίες αμπέλου

 

Αρίνθο

Βιονιέ

Γκεβιρτζτραμίνερ

Γκρενάς μπλαν

Γκρενάς ρουζ

Καμπερνέ σοβινιόν

Καμπερνέ φραν

Καρινιάν

Μακαμπέο

Μαλβάζια ντι Κάντια

Μερλό

Μοντεπουλτσιάνο

Μουρβέντρ

Μπαρμπέρα

Νεγροαμάρο

Νεμπιόλο

Πινό νουάρ

Ρεφόσκο

Ρίσλινγκ

Σαρντονέ

Σεμιγιόν

Σενσό

Σιλβάνερ

Σιρά

Σοβινιόν μπλαν

Τανάτ

Τεμπρανίγιο

Τρεμπιάνο (ούνι μπλαν)

 

Οι βασικότερες γηγενείς ποικιλίες αμπέλου

 

Αγιωργίτικο
  Το αγιωργίτικο είναι μια σαγηνευτική ποικιλία αμπέλου, που χαϊδεύει τις αισθήσεις, με κομψότητα, φρεσκάδα και ένταση αρωμάτων, τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα. Είναι μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου, που συχνά αναφέρεται ως «πολυδύναμη», επειδή μπορεί να οδηγήσει σε ευρύ φάσμα τύπων και στυλ κρασιών, από δροσιστικά ροζέ, έως συμπυκνωμένα γλυκά. Ωστόσο, τα πιο γνωστά στυλ κρασιών από αγιωργίτικο είναι δύο: τα νεαρά, ξηρά κόκκινα δεξαμενής και τα κόκκινα που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι, τουλάχιστον για ένα έτος.
  Τα νεαρά κρασιά από αγιωργίτικο έχουν μετρίως βαθύ κόκκινο χρώμα, έντονα αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων, μέτρια οξύτητα και μαλακές ταννίνες. Τα κρασιά που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι έχουν βαθύ χρώμα, ενώ η μύτη τους αποκαλύπτει συμπυκνωμένα και πολυσύνθετα αρώματα κόκκινων φρούτων. Στο στόμα είναι πλούσια, με ώριμες ταννίνες υψηλής ποιότητας.
Το αγιωργίτικο είναι η ποικιλία του οίνου ΠΟΠ Νεμέα, από τη μεγαλύτερη ζώνη ονομασίας προέλευσης κόκκινου κρασιού στην Ελλάδα και παράλληλα, μια ποικιλία κορυφαίας ποιότητας. Το δίδυμο Νεμέα-αγιωργίτικο είναι άρρηκτα δεμένο, τόσο παραδοσιακά, καθώς η ποικιλία καλλιεργείτο μόνο στη Νεμέα και την ευρύτερη περιοχή της, όσο και στη σύγχρονη οινική Ελλάδα. Εν τούτοις, το κορυφαίο δυναμικό ποιότητας του αγιωργίτικου έπεισε πολλούς παραγωγούς να το φυτέψουν και σε άλλες περιοχές, όπως στον αμπελώνα της Βόρειας Ελλάδας ή αλλού στον αμπελώνα της Πελοποννήσου.

 

Αηδάνι 

Το αηδάνι είναι μια αιγαιοπελαγίτικη ποικιλία ενώ, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να θεωρηθεί εναλλακτική έκφραση των μεγάλων λευκών κρασιών της Σαντορίνης, συμμετέχοντας στο χαρμάνι που πρωταγωνιστεί το ασύρτικο. Είναι μια λευκή ποικιλία, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ξηρών κρασιών του ίδιου χρώματος και σπανιότερα, επιδόρπιων κρασιών, που παλαιώνουν για μεγάλο διάστημα σε βαρέλι. 
Το αηδάνι δίνει κρασιά με απαλό κιτρινοπράσινο χρώμα και διακριτική μύτη, με ορυκτώδεις νύξεις αρωμάτων, που θυμίζουν κίτρινα φρούτα και λουλούδια. Ο όγκος του στόματος είναι μέτριος, όπως και η αλκοόλη και η οξύτητά τους. Συνήθως, το αηδάνι αναμειγνύεται με το ασύρτικο, επειδή έχει τη μοναδική ικανότητα να παρέχει στρογγυλάδα και ανθώδη κυρίως, αρωματική πολυπλοκότητα στο χαρμάνι, χωρίς να παρεμβαίνει στο μεγαλειωδώς ορυκτώδη χαρακτήρα και την εξαίρετη δομή του τυπικού οίνου ΠΟΠ Σαντορίνη. Το αηδάνι βρίσκεται κυρίως στις Κυκλάδες, ενώ δίνει ξηρά και γλυκά κρασιά (Vinsanto) στον οίνο ΠΟΠ Σαντορίνη, βρίσκεται επίσης στη Νάξο και στην Πάρο, αλλά δεν επιτρέπεται στα κρασιά του ΠΟΠ Πάρος.


Αθήρι 

Το αθήρι είναι μια αρχαία λευκή ποικιλία αμπέλου του Αιγαίου πελάγους, η οποία χρησιμοποιείτο για αιώνες για την παραγωγή έξοχων λευκών ξηρών κρασιών. Οι ιδιότητές του αναγνωρίστηκαν από αμπελοκαλλιεργητές, της υπόλοιπης Ελλάδας, οπότε εξελίχθηκε σε παράγοντα ουσιαστικής και εξαιρετικά κομψής έκφρασης λευκών κρασιών των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων.
Δίνει κρασιά με μέτρια αρωματική ένταση και αρώματα λευκών και κίτρινων φρούτων, μέτρια επίπεδα αλκοόλης, μέτρια οξύτητα, μεσαίο όγκο, φρεσκάδα και ζωντάνια. Το αθήρι καλλιεργείται σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, ενώ αποτελεί σημαντική ποικιλία ακόμα και στην Κρήτη. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί αμπελώνες έχουν φυτευθεί στην ενδοχώρα, με προεξάρχουσα τη Μακεδονία και ιδίως τη Χαλκιδική (ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα). Εν τούτοις, τα κορυφαία αποτελέσματα επιτυγχάνονται στον οίνο ΠΟΠ Σαντορίνη, όταν συνδυάζεται με το ασύρτικο και το αϊδάνι, καθώς και στους αμπελώνες μεγάλου υψομέτρου του οίνου ΠΟΠ Ρόδος. 
Πρόκειται για μια ποικιλία αμπέλου που δίνει κρασιά για κατανάλωση σε νεαρή ηλικία, μέσα σε δύο-τρία χρόνια από την εσοδεία τους, παρότι υπάρχουν ορισμένα δείγματα ντελικάτα και πολυσύνθετα, ακόμα και στα πέντε έτη τους.

 

Ασπρούδες 
  Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό οι ασπρούδες να μην αποτελούν μία ποικιλία, αλλά ομάδα ποικιλιών. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν πως το όνομα χρησιμοποιείται ως γενικός όρος, για μη προσδιοριζόμενες λευκές ποικιλίες, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λευκών ξηρών κρασιών.
Οι ασπρούδες είναι συνήθως φυτεμένες μαζί, ενώ και η συγκομιδή και η οινοποίησή τους γίνονται ταυτόχρονα. Δίνουν κρασί με κίτρινο χρώμα μέτριας έντασης, που έχει μύτη μέτριας αρωματικής έντασης, με νότες μήλου και λεμονιού, ενώ ανάλογη είναι και η περιεκτικότητα σε αλκοόλη και οξύτητα στο στόμα. Εντελώς περιστασιακά, οι ασπρούδες οινοποιούνται ξεχωριστά και κυκλοφορούν στην αγορά ως διαθέσιμα κρασιά. Η πιο γνωστή παρουσία των ασπρούδων είναι στον οίνο ΠΟΠ Μαντίνεια, της Αρκαδίας, κοντά στην Τρίπολη, στην καρδιά του αμπελώνα της Πελοποννήσου. Οι νομοθεσία για τις ονομασίες προέλευσης επιτρέπει την προσθήκη περίπου 15-20% ασπρούδων, για να προστεθεί όγκος και βάρος στο πολύ κομψό μοσχοφίλερο (πασίγνωστο από το δίδυμο Μοσχοφίλερο-Μαντίνεια), που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του χαρμανιού. 
Πράγματι, η εξερεύνηση των αρωμάτων και της γεύσης των κρασιών από ασπρούδες αξίζει τον κόπο, ιδίως εάν συνοδευτεί από μια επίσκεψη στα αμπελοτόπια της κεντρικής Πελοποννήσου. Ωστόσο, δεν ενδείκνυνται για παλαίωση και καλό είναι να καταναλώνονται μέσα στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους, όταν είναι ακόμα φρέσκα και ζωντανά.

 

Ασύρτικο
  Το ασύρτικο είναι μια σπάνια λευκή ποικιλία παγκόσμιας κλάσης και μια από τις σπουδαιότερες ποικιλίες που απαντώνται στη λεκάνη της Μεσογείου. Προέρχεται από τη Σαντορίνη (ασύρτικο-Σαντορίνης), αλλά εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και έγινε, από άποψη ποιότητας, μία από τις πιο σημαντικές γηγενείς ποικιλίες. Δίνει κυρίως λευκά ξηρά κρασιά, μερικά από τα οποία ωριμάζουν σε βαρέλι. Ωστόσο, ορισμένα γλυκά κρασιά παράγονται από λιαστό σταφύλι (λιαστά κρασιά) της ποικιλίας ασύρτικο.
Το ασύρτικο είναι μια από αυτές τις σπάνιες λευκές ποικιλίες αμπέλου που μπορούν να καλλιεργηθούν σε συνθήκες ζεστού και ξηρού κλίματος, διατηρώντας υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα (εν δυνάμει αλκοόλη), σε άριστη ισορροπία με τη ζωηρή οξύτητά του. Πρόκειται για μια ποικιλία που εστιάζει στη δομή, στο εκχύλισμα και στο γευστικό όγκο και λιγότερο στον αρωματικό χαρακτήρα. Το ασύρτικο κυριαρχεί στον οίνο ΠΟΠ Σαντορίνη, όπου οδηγεί σε πολύ πυκνά λευκά κρασιά, με λεπτότητα και ορυκτώδη χαρακτήρα. Ωστόσο, έχει φυτευθεί στις περισσότερες ελληνικές αμπελουργικές περιοχές, από άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους, έως τη Μακεδονία (ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα), την κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Σε αυτές τις περιοχές, το ασύρτικο διατηρεί το φρέσκο και ορυκτώδη χαρακτήρα του, αλλά παρουσιάζει εντονότερα πρωτογενή αρώματα φρούτων και λιγότερο πυκνή δομή. Τέλος, τα γλυκά ασύρτικα (όπως το Vinsanto ή ο οίνος ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia) είναι πλούσια, πολύπλοκα και έντονα κρασιά.
Όλα τα ασύρτικα, τόσο τα δεξαμενής, όσο και αυτά που ωριμάζουν σε βαρέλι, παλαιώνουν ασφαλώς για πέντε ή ακόμα και δέκα χρόνια, μερικές φορές πολύ περισσότερο. Τα γλυκά ασύρτικα είναι απλώς... αιώνια, αφού, ο χρόνος όχι μόνο δεν τα κουράζει, αλλά τα βελτιώνει.

 

Αυγουστιάτης 
  Ο αυγουστιάτης ανήκει σε μια ομάδα πολύ σπάνιων ελληνικών ποικιλιών, που καλλιεργούνται σε μικρή έκταση, από λίγους οινοπαραγωγούς, αλλά με εντυπωσιακά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας. Είναι μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου, η οποία δίνει κυρίως ερυθρά ξηρά κρασιά, που οδηγούν την εξερεύνηση του παγκόσμιου αμπελώνα στα άκρα.


Ο αυγουστιάτης δίνει κρασιά με βαθύ, ζωηρό, σκούρο κόκκινο χρώμα και έντονα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων και μεσογειακών βοτάνων. Τα κρασιά αυτά ωριμάζουν συνήθως σε βαρέλι, ενώ έχουν στρογγυλό στόμα, με μέτριο σώμα, λεπτόκοκκες ταννίνες και μέτρια προς υψηλή αλκοόλη. Ο αυγουστιάτης είναι ποικιλία που απαντάται σε πολύ συγκεκριμένες τοποθεσίες, κυρίως στη δυτική πλευρά της Πελοποννήσου, όπου παρατηρείται αύξηση των νέων καλλιεργούμενων εκτάσεων με αυτήν. Ωστόσο, η περιοχή έχει ορισμένους παλιούς αμπελώνες με αυγουστιάτη, που οι ντόπιοι παραγωγοί θεωρούν πραγματικούς θησαυρούς. Δεδομένης της σπανιότητας της ποικιλίας, οι μονοποικιλιακές εμφιαλώσεις είναι δυσεύρετες και ορισμένοι οινοποιοί αναμειγνύουν τον αυγουστιάτη με άλλες, διεθνείς ή γηγενείς, ερυθρές ποικιλίες, όπως είναι η μαυροδάφνη. 
  Το στυλ του αυγουστιάτη παραπέμπει σε άτομα που απολαμβάνουν τα μαλακά, ώριμα, αλλά όχι βαριά ερυθρά ξηρά κρασιά. Λόγω της βελούδινης δομής τους, προσφέρουν απόλαυση από τη στιγμή της κυκλοφορίας τους, ενώ γίνονται πολυσύνθετα όταν παλαιώσουν για τέσσερα έως έξι χρόνια στη φιάλη. 

 

Βάφτρα
  Ευαίσθητη, πλην πλούσια σε ανθοκυάνες (χρώμα), η ερυθρή ποικιλία βάφτρα χρησιμοποιείται για να βελτιώσει χρωματικά κάποια βορειοελλαδίτικα χαρμάνια.

 

Βερτζαμί 
  Το βερτζαμί είναι μια σπάνια ερυθρή ποικιλία αμπέλου της δυτικής Ελλάδας, με εντυπωσιακή ένταση αρωμάτων και γεύσεων και πολύ ξεχωριστό χαρακτήρα. Από άποψη καλλιεργούμενων εκτάσεων το βερτζαμί είναι σχεδόν ασήμαντο. Το δυναμικό όμως της ποιότητάς του το καθιστά ανερχόμενο αστέρι και συνεπώς περιζήτητη ποικιλία. Δίνει ερυθρά ξηρά κρασιά, τα περισσότερα από τα οποία ωριμάζουν σε βαρέλι.


Το βερτζαμί είναι μια ευλογημένη ποικιλία, με εξαιρετικά βαθύ χρώμα, που μπορεί να οδηγήσει σχεδόν σε μαύρα κρασιά, μετά από λίγες μόλις ημέρες εκχύλισης. Η εκρηκτική μύτη των κρασιών του έχει πολύ ξεχωριστό προφίλ: νότες ευκαλύπτου και κέδρου, οι οποίες τονίζονται από μαύρα φρούτα και στις περισσότερες περιπτώσεις, αποχρώσεις δρυός. Στο στόμα κυριαρχούν άφθονες λεπτόκοκκες ταννίνες και υψηλή οξύτητα, αλλά παραδόξως, η αλκοόλη και το σώμα είναι μόνο μέτρια. Το βερτζαμί απαντάται κυρίως στη Λευκάδα, αλλά μπορεί να βρεθεί και στις δυτικές περιοχές της Πελοποννήσου, της κεντρικής Ελλάδας, ακόμα και στην Ήπειρο. Λόγω των περιορισμένων φυτεύσεων, ορισμένοι οινοπαραγωγοί αναμειγνύουν το βερτζαμί με τη μαυροδάφνη ή διεθνείς ποικιλίες.
Το βερτζαμί είναι ερυθρή ποικιλία, που τα κρασιά της δεν μοιάζουν σχεδόν με καμίας άλλης. Οι περισσότεροι οινοπαραγωγοί κυκλοφορούν τα έτσι κι αλλιώς λίγα κρασιά από βερτζαμί όταν είναι έτοιμα για κατανάλωση. Παρ’ όλα αυτά, τα κρασιά αυτά, στη συντριπτική πλειονότητά τους, έχουν αρκετά νεανική γεύση, ακόμα και μετά από δέκα χρόνια από την εσοδεία τους. Ανταμείβουν όσους έχουν υπομονή και αγάπη για τα παλαιωμένα ερυθρά κρασιά. 

 

Βιδιανό 
  Πρόκειται για μια λευκή ποικιλία, που προέρχεται από την Κρήτη και χρησιμοποιείται για την παραγωγή λευκών ξηρών οίνων, που μερικές φορές ωριμάζουν σε βαρέλι. Λίγοι είναι οι υφιστάμενοι αμπελώνες με βιδιανό, αλλά οι παραγωγοί συμφωνούν για τις εξαιρετικές δυνατότητες της ποικιλίας, πράγμα που σημαίνει πως η ιστορία της γράφεται από εδώ και πέρα.
Το βιδιανό είναι μια ποικιλία που εντοπίζεται κυρίως γύρω από την περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης και καλύπτει μικρές εκτάσεις, ενώ υπάρχει ένας εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός αμπελώνων πιο ανατολικά, κοντά στο Ηράκλειο. Δίνει κρασιά κιτρινοπράσινου χρώματος, με έντονα, ξεχωριστά και πολυσύνθετα αρώματα, που ανάμεσα σε άλλα θυμίζουν αυτά του ώριμου ροδάκινου και του βερίκοκου, με νύξεις αρωματικών βοτάνων και ορυκτότητας. Στο στόμα είναι γεμάτα και έχουν υψηλή αλκοόλη, την οποία εξισορροπεί ικανοποιητικά η μετρίως υψηλή οξύτητα. Το στυλ του βιδιανού μπορεί να είναι πλούσιο, ενώ δεν είναι ποτέ καμένο ή άτονο. Οι περισσότεροι παραγωγοί προσπαθούν να αναδείξουν το δυναμικό του σταφυλιού φυτεύοντας σε πιο δροσερούς αμπελώνες μεγάλου υψόμετρου ή αναμειγνύοντάς το με άλλες ποικιλίες, όπως η βηλάνα.
Παρότι ο χρόνος παλαίωσης του βιδιανού δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, διάφοροι οινοκριτικοί πιστεύουν ότι τα κρασιά αυτής της ποικιλίας παλαιώνουν με ασφάλεια για πέντε ή περισσότερα χρόνια.

 

Bλάχικο 
  Το βλάχικο είναι ποικιλία που προέρχεται από τα πλέον κρύα μέρη της Βόρειας Ελλάδας και αναδίδει με έντονο τρόπο τα χαρακτηριστικά του ψυχρού κλίματός της στο ποτήρι. Πρόκειται για μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ερυθρών ξηρών οίνων, οι οποίοι ωριμάζουν συνήθως σε βαρέλι. Παρότι παραδοσιακά αναμειγνυόταν με άλλες ποικιλίες, οι παραγωγοί και οι λάτρεις του κρασιού αρχίζουν να εκτιμούν τις ιδιότητες των κρασιών αποκλειστικά από βλάχικο.
Το βλάχικο δίνει κρασιά με φωτεινό αν και ποτέ βαθύ, ρουμπινί χρώμα, με έντονα και ξεκάθαρα αρώματα μύτης και στόματος, που παραπέμπουν σε δροσερά κόκκινα φρούτα του δάσους, γλυκά μπαχαρικά, αλλά και πράσινα φύλλα. Στο στόμα, το αλκοόλ είναι μέτρια χαμηλό, σπανίως πάνω από 12,5%, οι ταννίνες είναι διακριτικές και λεπτόκοκκες, ενώ η οξύτητα υψηλή.
  Το βλάχικο καλλιεργείται στην Ήπειρο, πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο και χαμηλές θερμοκρασίες, περιορισμένες ώρες ηλιοφάνειας και τακτικές βροχοπτώσεις, στοιχεία που εντείνουν τα χαρακτηριστικά του. Για τους λόγους αυτούς, το βλάχικο αναμειγνύεται συχνά με μια άλλη ποικιλία της περιοχής, το μπεκάρι, με βαθύτερο χρώμα και υψηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη και ταννίνες. Ωστόσο, ορισμένοι παραγωγοί υιοθετούν αμπελουργικές μεθόδους τελευταίας τεχνολογίας, δημιουργώντας εκπληκτικά κρασιά από βλάχικο.


Το βλάχικο είναι μια ποικιλία για όλους όσοι αρέσκονται στο κρασί, αλλά έχουν κουραστεί με τα λιπαρά, βαριά, χωρίς προσωπικότητα και υπερβολικά πλούσια κόκκινα κρασιά. Τα κρασιά από βλάχικο είναι δροσιστικά, γοητευτικά και γευστικά, γεγονός που τα καθιστά εξαίρετη επιλογή για ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, όπου μπορούν να καταναλωθούν δροσερά. Παρά την ελαφρά δομή τους, τα κρασιά από βλάχικο μπορούν να εξελιχθούν και να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου, μένοντας στο κελάρι για τέσσερα έως επτά χρόνια.

 

Βοϊδομάτης
  Φυτεμένος διάσπαρτα στην Πελοπόννησο και σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα, ο ερυθρός βοϊδομάτης είναι πλούσιος σε χρώμα και σάκχαρα, αλλά όχι και σε οξύτητα.

 

Κοτσιφάλι
  Το κοτσιφάλι είναι η ερυθρή ποικιλία-ορόσημο του ονομαστού αμπελώνα στην Κρήτη, η οποία καθορίζει το στυλ πολλών ερυθρών ξηρών οίνων αυτής της εξαιρετικά σημαντικής οινοπαραγωγικής περιοχής του Αιγαίου πελάγους. Επειδή μάλιστα το κόκκινο σταφύλι έχει μάλλον μεγαλύτερη διάδοση σε αυτό το νησί, το κοτσιφάλι μπορεί να θεωρηθεί η πραγματική οινική ψυχή της Κρήτης.
Το κοτσιφάλι δίνει ένα «τυπικό μεσογειακό» ερυθρό κρασί, με απαλό χρώμα, ένταση αρωμάτων, σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη, ήπιες ταννίνες και οξύτητα. Για τους λόγους αυτούς, το κοτσιφάλι αναμειγνύεται με πολλές ερυθρές ποικιλίες αμπέλου, είτε διεθνείς, είτε γηγενείς, με κυριότερη τη μανδηλαριά. Ωστόσο, δεν είναι απλώς ένας «ενισχυτικός παράγοντας» της ποικιλιακής σύνθεσης κρητικών κρασιών• προσθέτει στρογγυλάδα και ταννική χάρη, ενώ η έκφραση των αρωμάτων του είναι γεμάτη από γλυκά λουλούδια, αποξηραμένα μαύρα φρούτα και συνθέσεις μπαχαρικών. Το κοτσιφάλι καλλιεργείται σε ολόκληρη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από την περιοχή του Ηρακλείου. Ειδικότερα, είναι οι οίνοι ΠΟΠ Πεζά και ΠΟΠ Αρχάνες, που αποτελούν χαρμάνια με μανδηλαριά.
Το κοτσιφάλι δίνει γεμάτα και πλούσια κρασιά, τα οποία απευθύνονται σε οινόφιλους, που προτιμούν τη μαλακιά γεύση. Τα περισσότερα κρασιά είναι έτοιμα να καταναλωθούν αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν, αλλά αυτά με περισσότερο εκχύλισμα, που ωριμάζουν συνήθως για αρκετούς μήνες σε βαρέλι, μπορούν να εξελιχθούν για 5-8 έτη, παρουσιάζοντας δομή που στηρίζεται στην ωριμότητα και τη γευστική πολυπλοκότητα.

 

Κυδωνίτσα
  Η κυδωνίτσα είναι η πιο γνωστή από μια ομάδα «εξαφανισμένων» και ασυνήθιστων ποικιλιών αμπέλου, που αναδύθηκε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, από την περιοχή της Λακωνίας, στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου. Είναι μια λευκή ποικιλία αμπέλου, που δίνει κυρίως λευκά ξηρά κρασιά, ενώ αποτελεί ποικιλία του χαρμανιού του γλυκού λευκού κρασιού ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia. Ωστόσο, το δυναμικό αυτής της περιοχής είναι τόσο μεγάλο, που η πραγματικά ελκυστική κυδωνίτσα δίνει μόνο μια ιδέα γι’ αυτό.
Οι αμπελουργοί της Λακωνίας γνωρίζουν τις δυνατότητες της κυδωνίτσας, εδώ και πολλές δεκαετίες. Η περιοχή της Λακωνίας έχει πολλές εκτάσεις καλλιεργούμενες με διάφορες ποικιλίες και γι’ αυτό, η αποκλειστική λήψη κυδωνίτσας ήταν δύσκολη. Η κατάσταση αυτή επικρατούσε μέχρι τις αρχές της τελευταίας χιλιετίας, που κάποιοι ανήσυχοι παραγωγοί αποφάσισαν να δημιουργήσουν νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις με κυδωνίτσα.


  Η κυδωνίτσα δίνει κρασιά με κιτρινοπράσινο χρώμα μέτριας έντασης και έντονα αρώματα, στα οποία κυριαρχούν νότες ώριμου κυδωνιού (εξ ου και το όνομα της ποικιλίας «κυδωνίτσα»). Στο στόμα είναι στρογγυλά, μαλακά και έχουν άρτια δομή. Προς το παρόν, οι μονοποικιλιακές εμφιαλώσεις είναι λίγες και όλες προέρχονται από τη Λακωνία.
Η κυδωνίτσα συνδυάζει μια πολύ ξεχωριστή καταγωγή, ούσα εκπρόσωπος μιας σπάνιας γενιάς, ενώ παράλληλα τα αρώματα και το ύφος της μπορούν να γοητεύσουν από την πρώτη στιγμή τους λάτρεις των αρωματικών και στρογγυλών λευκών κρασιών.

 

Λαγόρθι 
Το λαγόρθι είναι μια ποικιλία αμπέλου που αψηφά με τόλμη πολλές από τις προκαταλήψεις που έχουν κάποιοι για τα ελληνικά κρασιά. Για ορισμένους καταναλωτές κρασιού, τα ελληνικά λευκά κρασιά ενδέχεται να είναι επίπεδα, πλαδαρά και χωρίς φρεσκάδα. Το λαγόρθι τείνει περισσότερο προς το άλλο άκρο: δίνει λευκά ξηρά κρασιά με κρυστάλλινο χαρακτήρα, εκπληκτική κομψότητα και μια φρεσκάδα που θυμίζει κρασιά της βόρειας Ευρώπης.


  Το λαγόρθι βρίσκεται κυρίως στην Αχαΐα, στη βόρεια πλευρά της Πελοποννήσου. Δίνει κρασιά με εξαιρετικά απαλό, ασημοκίτρινο χρώμα και μύτη μέτριας έντασης, με εξαιρετική κομψότητα, που εστιάζει στον ορυκτώδη χαρακτήρα και στα άνθη. Το στόμα είναι λεπτό και διαθέτει καθαρότητα, υψηλή οξύτητα και χαμηλό βαθμό αλκοόλης, αφού το λαγόρθι είναι μια ποικιλία που μπορεί να ωριμάσει αρωματικά και γευστικά με μόλις 12% ή και χαμηλότερο εν δυνάμει αλκοόλ. Αυτή η διαφάνεια του χαρακτήρα γίνεται σεβαστή από τους καλύτερους παραγωγούς και γι’ αυτό το λαγόρθι σχεδόν ποτέ δεν περνάει από βαρέλι, ενώ οι περισσότερες κορυφαίες εμφιαλώσεις είναι μονοποικιλιακές. Εν τούτοις, πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα επιτυγχάνονται σε χαρμάνια με άλλα σταφύλια, όπως ο ροδίτης, που μπορούν να προσθέσουν πλούτο στο στόμα.
Τα κρασιά από λαγόρθι μπορούν να ανταγωνιστούν πολλά λευκά ξηρά κρασιά που παράγονται σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη. Θα αρέσουν σε όσους εκτιμούν τα κρασιά με φρεσκάδα και ορυκτώδη χαρακτήρα, ελαφρύ σώμα και χαμηλή αλκοόλη. Ανάλογα όμως με το στυλ, μπορεί να αξίζει ο κόπος να παλαιώσουν για οκτώ ή και περισσότερα χρόνια.

 

Λιάτικο
  Το λιάτικο είναι κορυφαία ποικιλία-πρεσβευτής ενός πολύ ξεχωριστού και συχνά παρεξηγημένου στυλ, ενώ παράλληλα, έχει θεσπέσια γεύση. Είναι μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου που μπορεί να δώσει ερυθρά ξηρά κρασιά εξαιρετικής φινέτσας, αλλά φτάνει στο απόγειό της στα γλυκά κρασιά. Ωστόσο, ενώ οι περισσότερες ερυθρές ποικιλίες αμπέλου συνδυάζονται με την προσθήκη αλκοόλης κατά τη διάρκεια της αλκοολικής ζύμωσης, για τη δημιουργία ενισχυμένων γλυκών κρασιών, τα γλυκά κρασιά από λιάτικο φτιάχνονται από λιαστά σταφύλια (λιαστά κρασιά).
Τα κρασιά από λιάτικο έχουν σχετικά χαμηλή ένταση χρώματος, κλίνοντας στο κόκκινο-γκρενά. Η μύτη τους είναι έντονη, με πλούσια, ώριμα κόκκινα φρούτα και γλυκά μπαχαρικά. Το στόμα είναι γεμάτο, με υψηλά επίπεδα αλκοόλης και χαμηλές, πολύ μαλακές ταννίνες. Επειδή τα σταφύλια συμπυκνώνονται στον ήλιο, τα γλυκά κρασιά από λιάτικο είναι ακόμα πιο έντονα στη μύτη, εμφανίζοντας χαρακτήρες πιο γλυκών και πιο ώριμων φρούτων. Αντίστοιχα και τα γευστικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση, με πιο έντονη την οξύτητα. Η μακρά παλαίωση σε βαρέλι είναι σημαντική και συνήθως λαμβάνει χώρα σε μεγάλα, παλιά βαρέλια. Το λιάτικο απαντάται σε όλη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από το Ηράκλειο (οίνος ΠΟΠ Δαφνές) και το Λασίθι (οίνος ΠΟΠ Σητεία), όπου μπορεί να προστεθεί και 20% μανδηλαριάς. 
Το λιάτικο είναι η επιτομή του ζεστού καιρού, που παρατηρείται σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης (τα ξηρά κρασιά της ποικιλίας είναι στρογγυλά, γεμάτα και μαλακά, ενώ τα γλυκά είναι πιο πλούσια και πυκνά). Τα επιδόρπια κρασιά από λιάτικο (για παράδειγμα, αυτά με τη γεωγραφική ένδειξη «Σητεία») είναι ιδανικά για όσους θέλουν να απολαύσουν γλυκά κόκκινα κρασιά με χαμηλότερη αλκοόλη από αυτή των περισσότερων ενισχυμένων οίνων και εξελίσσονται όμορφα με την πάροδο του χρόνου. Ως λιαστά μπορούν να βελτιώνονται για δεκαετίες, ενώ τα ξηρά κρασιά χρειάζονται τουλάχιστον πέντε χρόνια για να γίνουν πιο απολαυστικά, ενώ παλαιώνουν άνετα για δέκα ή και περισσότερα.

 

Λημνιό 
  Το λημνιό είναι μια ποικιλία αμπέλου που επιδεικνύει αναμφίβολα, το βάθος της πρότασης των σύγχρονων ελληνικών κρασιών στο σημερινό οινικό κόσμο. Είναι ένα σταφύλι που αναφέρεται για πρώτη φορά από πολυάριθμους αρχαίους έλληνες συγγραφείς, όπως είναι ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Πολυδεύκης, κάτι που εντείνει τη μοναδικότητά του. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή η ερυθρή ποικιλία, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ερυθρών ξηρών κρασιών, διατηρεί τη σημασία της και στις μέρες μας, ακόμα και σε περιοχές όπου βρέθηκε στο μακρινό παρελθόν, όπως είναι η ιστορική περιοχή της Μαρώνειας.
Τα κρασιά από λημνιό έχουν χρώμα μέτριου βάθους, κομψά αρώματα μύτης και στόματος, στα οποία κυριαρχούν χαρακτήρες φρέσκων αρωματικών βοτάνων και κόκκινων φρούτων του δάσους. Στο στόμα έχουν μέτρια οξύτητα, μέτριες και μεταξένιες ταννίνες, εύρος και σχετικά υψηλή αλκοόλη. Το παράδοξο είναι πως το λημνιό υπάρχει μεν, αλλά δεν είναι πολύ διαδεδομένο στη Λήμνο, που θεωρείται η γενέτειρά του και του έχει δώσει το όνομά της (το ντόπιο όνομα της ποικιλίας στο νησί είναι καλαμπάκι). Η πλειονότητα των φυτεύσεών του βρίσκεται στον αμπελώνα της Βόρειας Ελλάδας. Πολύ καλά δείγματα προέρχονται ιδιαίτερα από τον αμπελώνα στη Χαλκιδική (ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα) και τη Μαρώνεια Θράκης. Τα μονοποικιλιακά κρασιά από λημνιό έχουν συνήθως πολύ ελαφρύ στυλ, ενώ κατά κύριο λόγο δεν ωριμάζουν σε βαρέλι. Εν τούτοις, η ποικιλία χρησιμοποιείται συχνά σε χαρμάνια με διεθνείς ερυθρές ποικιλίες, που ωριμάζουν συνήθως σε βαρέλι, προκειμένου να προσθέσει χαρακτήρα και λεπτότητα.
Το λημνιό είναι ιδανικό για τους οινόφιλους που θέλουν να ξεφύγουν από τα βαριά κρασιά από διεθνείς ποικιλίες και επιθυμούν ερυθρά κρασιά με ενδιαφέρουσα και καθαρή γεύση, που δομούνται πάνω σε διακριτικές ταννίνες. Τα μονοποικιλιακά κρασιά από λημνιό, αλλά και τα χαρμάνια με αυτήν την ποικιλία, μπορούν να καταναλωθούν αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν. Ωστόσο, τα πρώτα μπορούν να παλαιώσουν για τέσσερα έως επτά χρόνια, ενώ τα δεύτερα, συνήθως, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

Mαλαγουζιά
  Η μαλαγουζιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ποικιλία-πεμπτουσία της αναγέννησης που έχουν σημειώσει τα σύγχρονα ελληνικά κρασιά, όπως διαπιστώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είναι η σχηματοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι έλληνες οινοπαραγωγοί ανακαλύπτουν ξανά το δυναμικό τους. Στη δεκαετία του 1970, η μαλαγουζιά θεωρείτο εξαφανισμένη και την ήξεραν ελάχιστοι. Σήμερα, μετά από επίπονη εργασία πανεπιστημιακών καθηγητών, κορυφαίων καλλιεργητών και οινολόγων, η μαλαγουζιά θεωρείται ευρέως ως σταφύλι παγκόσμιας εμβέλειας, που δίνει έξοχα ξηρά λευκά κρασιά, καθώς επίσης και μερικά εκπληκτικά γλυκά.
Η μαλαγουζιά δίνει κρασιά με μέτρια απαλό κιτρινοπράσινο χρώμα και πολύ έντονη, εξαιρετικά εκφραστική μύτη, με νύξεις ροδάκινου, πράσινης πιπεριάς, βασιλικού και λουλουδιών. Στο στόμα, το κρασί είναι στρογγυλό, γεμάτο, αλλά πάντα φρέσκο, με μετρίως υψηλά επίπεδα αλκοόλης. Τα γλυκά κρασιά παράγονται από σταφύλια όψιμου τρύγου, γεγονός που τα καθιστά ακόμα πιο πυκνά και αρωματικά. Γενικά, η ωρίμαση σε βαρέλι κολακεύει τη μαλαγουζιά, αν και τα κρασιά δεξαμενής είναι εξίσου εντυπωσιακά. Προέλευση της εν λόγω ποικιλίας θεωρείται η δυτική πλευρά της κεντρικής Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία), όπου ήταν γνωστή κυρίως για την παραγωγή γλυκών κρασιών. Σύγχρονες καλλιέργειες εμφανίστηκαν ξανά στον αμπελώνα στη Χαλκιδική, ενώ υπάρχουν πολυάριθμοι παραγωγοί που καλλιεργούν πια μαλαγουζιά, που απαντάται έτσι, σε πολλές αμπελουργικές περιοχές της Ελλάδας.
Η μαλαγουζιά είναι μια εξαιρετικά επιτυχημένη ποικιλία αμπέλου, με μεγάλη αναγνώριση. Τα κρασιά από αυτήν είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα αρωματικών λευκών κρασιών, γεμάτα ζωντάνια και πολυπλοκότητα. Παραδόξως, η ξηρή μαλαγουζιά μπορεί να εξελιχθεί στη φιάλη για τέσσερα ή περισσότερα χρόνια, ενώ τα γλυκά κρασιά χρειάζονται τέσσερα έως επτά χρόνια για να ξεδιπλώσουν το δυναμικό τους, αν και διατηρούνται καλά και μετά από αυτό το χρονικό διάστημα.

 

Mανδηλαριά
  Αμοργιανό, παριανό, βάφτρα, μαύρη κουντούρα, μαντηλάρι... είναι λίγα μόνο από τα ονόματα της όψιμης ερυθρής ποικιλίας μανδηλαριά, που μαρτυρούν το βαθμό της εξάπλωσής της, ιδιαίτερα στη νησιωτική Ελλάδα. Από την εποχή του Παυσανία, η μανδηλαριά συμμετείχε ήδη στην παραγωγή του φημισμένου χιώτικου Αριούσιου οίνου. Σήμερα συμμετέχει σε ένα μεγάλο αριθμό ερυθρών, ροζέ, καθώς και επιδόρπιων κρασιών, με ισχυρή ταυτότητα και χαρακτήρα, αν και τα δείγματα μονοποικιλιακών από μανδηλαριά είναι σπάνια.
Στο Αιγαίο πέλαγος και στην Κρήτη χτυπά η καρδιά της μανδηλαριάς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εκεί συμμετέχει στους ερυθρούς οίνους ΠΟΠ Πεζά, ΠΟΠ Αρχάνες, ΠΟΠ Πάρος, ενώ είναι υπεύθυνη εξ ολοκλήρου για τον ερυθρό οίνο ΠΟΠ Ρόδος. Στους ανεμοδαρμένους και ηλιοκαμένους αμπελώνες αυτών των νησιών η μανδηλαριά –συνήθως διαμορφωμένη σε κύπελλο– αποκτά χαρακτηριστικά πέρα από τα συνηθισμένα: βαθύ σκούρο χρώμα, αρώματα υπερώριμων φρούτων, ζωικά αρώματα (π.χ. δέρματος) και μέτριο σώμα, με ατίθασες, στιβαρές ταννίνες. Με σκληρή δουλειά στο αμπέλι και στο οινοποιείο, αλλά και μέσω ανάμειξης με άλλες ποικιλίες –όπως είναι η λευκή μονεμβασιά στην Πάρο ή το μαλακό ερυθρό κοτσιφάλι στην Κρήτη– πολλοί αξιόλογοι οινοπαραγωγοί προσπαθούν να τιθασεύσουν το γενικώς αχαλίνωτο χαρακτήρα της μανδηλαριάς. Ωστόσο, μερικά χρόνια στη φιάλη είναι μάλλον ο καλύτερος τρόπος για να βρεθούμε μπροστά σε ένα «ευρωπαϊκό» κρασί, που με τη γεύση του μεταφέρει νοερά στον υπέροχο τόπο προέλευσής του.
Με την επιβλητική της προσωπικότητα, η μοναδική ποικιλία μανδηλαριά αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο ελληνικό κρασί, το οποίο άλλοτε είναι πιο βαθύ και άλλοτε ανεπαίσθητο, αποκαλύπτοντας όμως πάντα την ταυτότητα του terroir του. Με δεδομένο μάλιστα τον πολυδύναμο χαρακτήρα της, κάθε τολμηρός οινόφιλος, που θέλει να διευρύνει την αρωματική και τη γευστική παλέτα του, θα βρει αφορμή για να φέρει μια μανδηλαριά στο ποτήρι του.

 

Mαύρο μεσενικόλα
  Λίγες ποικιλίες έχουν το προνόμιο της αποκλειστικής καλλιέργειάς τους σε μία μόνο περιοχή, ακόμα δε λιγότερες παίρνουν το όνομά τους από ένα πρόσωπο! Έτσι, η ερυθρή ποικιλία μαύρο μεσενικόλα, που ο Ενετός αξιωματούχος Μεσιέ Νικόλας (μεσενικόλα) φύτεψε στην πανέμορφη περιοχή της Λίμνης Πλαστήρα δίνει μοναδικά κρασιά με σπανιότητα, αλλά και με μνήμες… Φραγκοκρατίας!
Πιο λίγα από 1.000 στρέμματα στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Μεσενικόλα Καρδίτσας αναλαμβάνουν να δώσουν τον καρπό τους για όσους θέλουν να δοκιμάσουν αυτή την πραγματικά δυσεύρετη ποικιλία. Ωστόσο, οι πιθανότητες να την απολαύσουν αυτούσια είναι ελάχιστες, αφού οινοποιείται μαζί με τις διεθνείς ποικιλίες σιρά και καρινιάν, για να δώσει τα ερυθρά κρασιά ΠΟΠ Μεσενικόλα. Κάποιες προσπάθειες που έχουν γίνει για μονοποικιλιακά κρασιά από μαύρο μεσενικόλα αποκαλύπτουν το σχετικά σκούρο χρώμα, τα έντονα αρώματα κοκκινόμαυρων φρούτων, τις μαλακές ταννίνες και το ισορροπημένο στόμα της ποικιλίας.
Ίσως το μέλλον φέρει περισσότερη από τη σπάνια ποικιλία μαύρο μεσενικόλα στα ποτήρια των ανήσυχων οινόφιλων, που σίγουρα θα εκτιμήσουν τη στρογγυλάδα και τον ευκολόπιοτο χαρακτήρα ενός ακόμα κρυμμένου θησαυρού του ελληνικού αμπελώνα.

 

Mαυροδάφνη
  Όταν πριν από 150 περίπου χρόνια ο Γερμανός Γουστάβος Κλάους (Gustav Clauss) εγκαταστάθηκε έξω από την Πάτρα και οινοποίησε την πρώτη γλυκιά μαυροδάφνη, αποκλείεται να φανταζόταν ότι θα γινόταν ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα προϊόντα του ελληνικού αμπελώνα. Ούτε βέβαια ότι σήμερα, η μαυροδάφνη, εκτός από τα εν δυνάμει εξαιρετικά γλυκά κρασιά, με τις γεωγραφικές ενδείξεις «Μαυροδάφνη Πατρών» και «Μαυροδάφνη Κεφαλλονιάς», θα έδινε τόσο σημαντικά όσο και ιδιαίτερα ξηρά κρασιά. 
Η Πελοπόννησος και ιδιαίτερα το ΒΔ τμήμα της διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό των αμπελώνων μαυροδάφνης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η χρήση της περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή των διακεκριμένων ενισχυμένων επιδόρπιων οίνων με την ένδειξη ΠΟΠ Μαυροδάφνη Πατρών. Το ίδιο συνέβαινε και στην Κεφαλλονιά, το νησί του Ιονίου, που παράγει σε ελάχιστες ποσότητες τα επίσης γλυκά και σπανιότατα κρασιά ΠΟΠ Μαυροδάφνη Κεφαλλονιάς. Το σχεδόν μαύρο χρώμα, τα πυκνά αρώματα αποξηραμένου δαμάσκηνου και μαύρης σταφίδας, το υψηλό αλκοόλ και η μέτρια οξύτητα που χαρακτηρίζουν τα κρασιά της ποικιλίας, ταιριάζουν γάντι σε ένα κλασικό προφίλ γλυκών κρασιών. Κατόπιν όμως, έρχεται η ιδιαίτερα πικάντικη «πικράδα», που δίνει μια σύνθετη διάσταση στο τελείωμα των κρασιών από μαυροδάφνη. Τα τελευταία χρόνια, τα ενδιαφέροντα αυτά χαρακτηριστικά συναντώνται όλο και περισσότερο και σε ξηρές οινοποιήσεις, με την απουσία των σακχάρων να ενισχύει ακόμα περισσότερο αυτό το παιχνίδι γλυκιά μύτη-ξινόπικρη γεύση, που θυμίζει έντονα τα σπουδαία Amarone του Veneto.


Η μαυροδάφνη είναι δίχως αμφιβολία μια σπουδαία ποικιλία του ελληνικού αμπελώνα. Καταξιωμένη στο κομμάτι των γλυκών, «τύπου Port» κρασιών, αλλά και ανεξερεύνητη όσο και αναπάντεχη στην ξηρή έκφρασή της, είναι σίγουρο ότι θα κερδίσει τους εραστές της οινικής αυθεντικότητας, διαφορετικότητας και ποικιλομορφίας. 

 

Mαυροτράγανο
  Μέχρι πριν από ελάχιστα χρόνια η ερυθρή ποικιλία με τις μαύρες και τραγανές ρώγες –χαρακτηριστικά από τα οποία παίρνει και το όνομά του το μαυροτράγανο– συμμετείχε σε γλυκά κρασιά της Σαντορίνης, ενώ παράλληλα κινδύνευε με εξαφάνιση. Σήμερα, έχει γίνει πλέον μια από τις πιο πολυσυζητημένες ποικιλίες για την παραγωγή ερυθρών κρασιών και το μέλλον του μαυροτράγανου δείχνει πιο ευοίωνο από ποτέ, αφού συνδυάζει εξωτισμό και μοναδικότητα σε ένα ξεχωριστό πακέτο!
Χρειάστηκε βέβαια οι οινοπαραγωγοί της Σαντορίνης να ψάξουν κλήμα-κλήμα τα ηφαιστειογενή εδάφη του νησιού, προκειμένου να ξεχωρίσουν και να πολλαπλασιάσουν τα λιγοστά παλαιά φυτά της ποικιλίας μαυροτράγανο. Επίσης, να κοπιάσουν στο οινοποιείο, προκειμένου να φέρουν στην επιφάνεια τα υπέροχα αρώματά της, που θυμίζουν ανθώδη εκλεκτό καφέ Λατινικής Αμερικής, καπνό και γλυκά κόκκινα φρούτα. Τέλος, να παλέψουν για να τιθασεύσουν τις εύρωστες ταννίνες, που συμπληρώνουν το πλούσιο, γεμάτο με ορυκτές νότες στόμα των σπάνιων, ασυνήθιστων κρασιών που χαρίζει το μαυροτράγανο στη Σαντορίνη.
Οι κόποι τους, ωστόσο, φαίνεται ότι δεν έχουν πάει χαμένοι, γιατί παρόλο που το μαυροτράγανο έχει φανερώσει μόνο ένα μικρό μέρος των δυνατοτήτων του (έχει φυτευτεί ελάχιστα εκτός Σαντορίνης), δείχνει ότι είναι τόσο μοναδικό, όσο και ο τόπος που το γέννησε. Μια ξεχωριστή ποικιλία που δύναται να προσφέρει πρωτόγνωρες εμπειρίες και μπορεί να ανατρέψει την οινική ρουτίνα κάθε οινόφιλου-εξερευνητή!

 

Μαυρούδι
Η ονομασία της ποικιλίας μαυρούδι προέρχεται από το σκούρο (μαύρο) χρώμα της φλούδας των ρωγών της, γι’ αυτό και το μαυρούδι χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή σκουρόχρωμων ερυθρών κρασιών, που είναι ωστόσο δυσεύρετα. Είτε μόνο του, είτε σε χαρμάνια, το μαυρούδι διαθέτει μια ισχυρή προσωπικότητα, που μόνο αδιάφορο δεν θα αφήσει αυτόν που θα το δοκιμάσει.
  Αντίστροφη της διαθεσιμότητάς του είναι η εξάπλωσή του, αφού συναντάται από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας. Πάντως, τόσο η Πελοπόννησος όσο και η Βόρεια Ελλάδα έχουν να επιδείξουν τα περισσότερα δείγματα της ποικιλίας μαυρούδι. Τα ανεξερεύνητα κρασιά αυτής της ποικιλίας διαθέτουν συνήθως κάπως βαρύ άρωμα, γλυκιά και πλούσια γεύση και αρκετά στιβαρές ταννίνες. Ως εκ τούτου, μια μεσοπρόθεσμη παλαίωση είναι απαραίτητη, προκειμένου να φθάσουν στο απολαυστικότερο σημείο για κατανάλωση. 
  Παρόλο που το μαυρούδι είναι ακόμη μια Terra Incognita για τον ελληνικό αμπελώνα, τα δείγματα της ποικιλίας αποδεικνύουν πως μπορεί να μεθύσουν τους «ψαγμένους» οινόφιλους, που θα τα φέρουν στο ποτήρι τους, όπως ακριβώς λέγεται πως έκανε και ο πολυμήχανος Οδυσσέας, προσφέροντας κρασί από αυτήν την ποικιλία στον Κύκλωπα!

 

Μονεμβασιά
  Η μονεμβασιά είναι μια ποικιλία γεμάτη ιδιαιτερότητες, όχι μόνο επειδή καλλιεργείται κυρίως σε τόπο διαφορετικό από αυτόν που υποδηλώνει το όνομά της (το νησί της Πάρου), αλλά και γιατί είναι η μόνη λευκή ποικιλία της Ελλάδας που συμμετέχει σε λευκά, σε ερυθρά και σε γλυκά κρασιά ΠΟΠ (ΠΟΠ Πάρος, λευκό και ερυθρό, εξευγενίζοντας τη ρουστίκ μανδηλαριά και ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia). Άλλωστε, η συμμετοχή της στον οίνο με την ένδειξη «Μονεμβασία-Malvasia», ως η κύρια ποικιλία, αναβιώνει ένα από τα διασημότερα ιστορικά ελληνικά κρασιά, το Μαλβαζία οίνο. Αν υπολογίσουμε δε την ικανότητα της μονεμβασιάς να εκφράζει θαυμαστά το terroir από το οποίο προέρχεται, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταφύλι ικανό να προσφέρει πολλές συγκινήσεις.
Μπορεί η καταγωγή της ποικιλίας να είναι η περιοχή της Πελοποννήσου (Λακωνία), τα νησιά των Κυκλάδων όμως και ιδιαίτερα η Πάρος, ευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σήμερα για την καλλιέργειά της, που στα ορεινά γίνεται παραδοσιακά σε πεζούλες. Οι ντόπιοι παραγωγοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν με σωστές επιλογές τη σχετικά χαμηλή οξύτητα και τον ευοξείδωτο χαρακτήρα της μονεμβασιάς, τόσο σχετικά με τη στιγμή του τρύγου, όσο και όσον αφορά οινοποιητικές πρακτικές, εφαρμόζοντας συχνά προζυμωτική εκχύλιση και προφυλάσσοντας την ποικιλία από την επαφή της με το οξυγόνο, σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Με όλη αυτήν τη φροντίδα, οι επιδόσεις της μονεμβασιάς έχουν εκτιναχθεί, δίνοντας κρασιά γεμάτα νότες εσπεριδοειδών και λευκόσαρκων φρούτων, συχνά σε ένα ορυκτό «υπόστρωμα», μέτρια σε σώμα και αρκούντως δροσιστικά σε οξύτητα. 
Ο «ανικανοποίητος» οινόφιλος, που εκτιμά το μοναδικό terroir των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, αλλά θέλει να ψάξει πέρα από τα προφανή και καταξιωμένα, θα βρει στη μονεμβασιά ένα σχεδόν παρθένο οινικό πεδίο.

 

Mοσχάτο Αλεξανδρείας 
  Με πιθανή περιοχή καταγωγής του τη Βόρεια Αφρική, το μοσχάτο Αλεξανδρείας φυτεύτηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αγάπη του για τη ζέστη το βοήθησε να εγκλιματιστεί τέλεια στη χώρα, δίνοντας υπέροχα γλυκά κρασιά. Τα τελευταία όμως χρόνια, ολοένα πιο μεγάλο ποσοστό της παραγωγής του μετατρέπεται σε ξηρά, αρωματικά λευκά, ενώ δεν λείπουν και δείγματα αφρωδών. Σε κάθε τύπο πάντως, το απαλό και διακριτικό μοσχάτο Αλεξανδρείας υπόσχεται τη σαγήνη.


Παρά την εξάπλωσή του στη Βόρεια Ελλάδα, τα ηφαιστειογενή εδάφη της Λήμνου είναι ο κορυφαίος τόπος όπου ξεδιπλώνονται τα χαρίσματα της ποικιλίας. Εκεί άλλωστε το μοσχάτο Αλεξανδρείας δίνει τους οίνους ΠΟΠ Μοσχάτος Λήμνου και ΠΟΠ Λήμνος. Γλυκείς οι οίνοι με τη γεωγραφική ένδειξη «Μοσχάτος Λήμνου», ξηροί οι άλλοι, εκφράζουν αμφότεροι τα τυπικά γνωρίσματα της ποικιλίας: το διακριτικό άρωμα, με νότες βερίκοκου και μέντας, το σχετικά πλούσιο σώμα και τη στρογγυλή παρουσία στο στόμα.
Οι μεγάλες του ρώγες ίσως το καθιστούν λιγότερο εντυπωσιακό και αρωματικό από το λεπτόρωγο μοσχάτο άσπρο, ωστόσο, αυτοί ακριβώς οι «χαμηλοί τόνοι» είναι το κρυφό χαρτί της ποικιλίας, αφού επιτρέπουν στα κρασιά της να συνοδεύουν ευκολότερα πλήθος φαγητών. Η δε ελληνική έκφραση είναι τόσο διαφορετική από αυτή άλλων χωρών, που αξίζει σε κάθε περίπτωση πολλές δοκιμές. Σίγουρο είναι πως είτε η συντροφιά διασκεδάζει έχοντας στο τραπέζι ένα ευωδιαστό, ευκολόπιοτο ξηρό λευκό, είτε εξερευνά το μαγικό κόσμο των επιδόρπιων κρασιών, η επιλογή ενός ελληνικού μοσχάτου Αλεξανδρείας είναι σίγουρο ότι θα φέρει το χαμόγελο στα χείλη.

 

Mοσχάτο Αμβούργου 
  Μοναδικό ανάμεσα στα διάφορα είδη του μοσχάτου, το μοσχάτο Αμβούργου ξεχωρίζει από τις ερυθρωπές ρώγες του. Είναι μία από τις λίγες ποικιλίες που οινοποιούνται και παράλληλα καταναλώνονται ως επιτραπέζιες, γιατί έχει νόστιμο σταφύλι, έτοιμο να σαγηνεύσει με το άρωμά του, αλλά και να συμμετάσχει σε ερυθρά, ροζέ και γλυκά κρασιά.
Το μοσχάτο Αμβούργου απαντάται στον αμπελώνα της κεντρικής Ελλάδας και ιδιαίτερα αυτόν του Τυρνάβου, όπου κυριαρχεί. Τα εκρηκτικά και γλυκά αρώματά του, που θυμίζουν εσάνς γαρίφαλου, είναι το μεγάλο ατού της ιδιαίτερης αυτής ποικιλίας. Έτσι, ενώ συνήθως η χαμηλή οξύτητα και οι μαλακές ταννίνες του μοσχάτου Αμβούργουδεν επιτρέπουν εύκολα να σταθεί από μόνο του για την παραγωγή μονοποικιλιακών οίνων, η προσθήκη του σε χαρμάνια είναι θαυματουργή. Αρκεί μια μικρή ποσότητα για να αναστήσει ακόμα και το πλέον άτονο αρωματικά κρασί. Εκεί πάντως που είναι ασυναγώνιστο, είναι στην παραγωγή αποσταγμάτων, με τον άμβυκα να δρα σα μεγεθυντικός φακός των αρετών του.


Σπάνιο, ασυνήθιστο και μοντέρνο, το μοσχάτο Αμβούργουμπορεί να ανοίξει τις κλειστές πόρτες των ερυθρών κρασιών σε νέους καταναλωτές, αλλά και να ολοκληρώσει αξέχαστα ένα γεύμα ή ένα δείπνο, με τη μορφή ενός φίνου χωνευτικού ποτού (digestif).

 

Μοσχάτο άσπρο
Είναι γνωστή η αγάπη του άσπρου μοσχάτου για τον ήλιο. Αυτός ζεσταίνει τις μικρές ρώγες, δίνει στην παχιά φλούδα του κιτρινόχρυσο, γεμάτο φακίδες χρώμα και συμπυκνώνει μοναδικά τα αρώματα και τη γεύση του. Έτσι, το λεπτόρωγο μοσχάτο άσπρο προσφέρει απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα μοσχοβολιστά ξηρά, αλλά κυρίως σπουδαία γλυκά κρασιά, που δίκαια τοποθετούνται ανάμεσα στα καλύτερα επιδόρπια κρασιά του κόσμου («Μοσχάτος Πατρών», «Μοσχάτος Ρίου Πατρών», «Μοσχάτος Ρόδου», «Σάμος», και «Μοσχάτος Κεφαλλονιάς»).
Η αγάπη του άσπρου μοσχάτου για επικλινείς, ορεινούς αμπελώνες δεν κρύβεται, αν και ευδοκιμεί εξίσου καλά και σε χαμηλότερα υψόμετρα. Τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά Σάμος και Ρόδος, ο πελοποννησιακός αμπελώνας του Ρίου-Πατρών και της Πάτρας, και η Κεφαλλονιά είναι οι σημαντικότερες περιοχές καλλιέργειας μοσχάτου άσπρου και διαθέτουν ομώνυμες ζώνες ΠΟΠ για τα γλυκά τους μοσχάτα (ΠΟΠ Σάμος, ΠΟΠ Μοσχάτος Ρόδου, ΠΟΠ Μοσχάτος Ρίου Πατρών, ΠΟΠ Μοσχάτος Πατρών και ΠΟΠ Μοσχάτος Κεφαλλονιάς, αντίστοιχα). Τα κρασιά όλων αυτών των περιοχών συγκαταλέγονται μάλιστα ανάμεσα στα πλέον διακεκριμένα ελληνικά κρασιά, αφού έχουν αποσπάσει και συνεχίζουν να αποσπούν σπουδαίες κριτικές, υψηλότατες βαθμολογίες και πλήθος μεταλλίων σε διεθνείς διαγωνισμούς και δοκιμές. Ως κοινό οργανοληπτικό τόπο έχουν τα εκρηκτικά αρώματα, με έντονη την παρουσία του πρωτογενούς αρώματος της ποικιλίας και του λίτσι, τη γευστική συμπύκνωση και την ικανοποιητική οξύτητα, στοιχεία που κανείς συναντά –σε μικρότερη ένταση– και στα ξηρά κρασιά της ποικιλίας. Η χρήση του βαρελιού συμπυκνώνει ακόμα περισσότερο αυτά τα... ελιξίρια, ενώ ταυτόχρονα τους προδίδει μελένιες, ξηροκαρπάτες και μαρμελαδάτες νότες. 
Το λεπτόρωγο μοσχάτο άσπρο είναι σίγουρα μια από τις πλέον σημαντικές ποικιλίες του ελλαδικού χώρου. Κάτω από τον ολόλαμπρο ελληνικό ήλιο μετουσιώνεται σε σπουδαία κρασιά, που εκφράζουν το μοναδικό terroir από το οποίο προέρχονται. Κρασιά που θα αφήσουν ακόμα και τον πλέον απαιτητικό οινόφιλο με το στόμα ανοιχτό, αλλά και ευτυχισμένο, που βίωσε μία τόσο αξιομνημόνευτη οινική εμπειρία, την οποία θα θελήσει να επαναλάβει το συντομότερο!

 

Μοσχόμαυρο
  Τα δύο συνθετικά της λέξης –μόσχος και μαύρο– βάζουν κατευθείαν στο ρυθμό της σπάνιας αυτής ποικιλίας τον οινόφιλο-ερευνητή, που δεν την ξέρει και γοητεύεται έτσι από το άγνωστο. Ο ρυθμός αναφέρεται εσκεμμένα, γιατί το υπέροχα παιχνιδιάρικο άρωμα του μοσχόμαυρου δημιουργεί πραγματικά... χορευτική ατμόσφαιρα, είτε αυτό μετουσιώνεται σε ερυθρά είτε σε ροζέ κρασιά.
  Παρά τον ευχάριστο χαρακτήρα του, το μοσχόμαυρο καλλιεργείται σε μικρή έκταση και μάλιστα μόνο στον αμπελώνα της κεντρικής και ΒΔ Ελλάδας. Αν και εμφιαλώνεται δίνοντας και μονοποικιλιακά κρασιά, δεν είναι σπάνια η ανάμειξη αυτής της ποικιλίας με άλλες, όπως είναι το ξινόμαυρο. Το χρώμα του μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα σκούρο, έρχεται όμως σε απόλυτη αρμονία με το έντονο άρωμά του, που φέρνει στο νου φρέσκα κόκκινα φρούτα, μοσχάτο σταφύλι και γαρίφαλο. Παιχνιδιάρικη, γεμάτη οξύτητα και μαλακές ταννίνες είναι και η γεύση του, γεγονός που προσδίδει μια ανάλαφρη και νεανική παρουσία, που δεν αποκλείεται να ταυτοποιεί και το κοινό που μπορεί να προσελκύσει το σπάνιο μοσχόμαυρο.


  Φρέσκο, ευωδιαστό και ευκολόπιοτο, το μοσχόμαυρο εκφράζει με απόλυτα μοντέρνο τρόπο τα νέα κρασιά της Ελλάδας, που απευθύνονται και σε νέους οινόφιλους, φέρνοντας την παρέα πιο κοντά. Ταυτόχρονα όμως υπενθυμίζει τη μοναδικότητα των οινικών αρωμάτων και γεύσεων της Ελλάδας, μαζί με το μέγεθος της πολυποίκιλης παλέτας οίνων, που εξασφαλίζουν ο ελληνικός αμπελώνας και οι οινοπαραγωγοί του. 

 

Mοσχοφίλερο 
  Αν κάποιος ψάχνει μια λευκή ελληνική ποικιλία που να υπόσχεται να δροσίσει και να φρεσκάρει, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν πρωτόγνωρο για μεσογειακή χώρα εξωτισμό, το μοσχοφίλερο είναι η πρώτη που έρχεται στο μυαλό και μάλιστα αυτόματα. Το χαρισματικό αυτό σταφύλι –το πιο αρωματικό από όλα τα μέλη της οικογένειας των φιλεριών, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, με το συνθετικό «μόσχο» – μπορεί στην πραγματικότητα να διαθέτει ρώγες με ερυθρωπή ή γκριζωπή φλούδα. Ωστόσο, χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την παραγωγή ξηρών λευκών και ελάχιστων αφρωδών οίνων. Συχνά βέβαια συμμετέχει και σε χαρμάνια οίνων (ανάμεσά τους και πολλοί ΠΓΕ), όπου τα «ανεβάζει» με το μοναδικό άρωμά του. 
Πυρήνας της καλλιέργειας του όψιμου μοσχοφίλερου είναι η Πελοπόννησος και ιδιαίτερα το οροπέδιο της Μαντινείας. Εκεί, στα ορεινά κρύα εδάφη της περιοχής, μοσχοφίλερο-Μαντίνεια μεγαλουργούν, δίνοντας τους λευκούς οίνους ΠΟΠ Μαντίνεια. Αρκεί απλώς το ποτήρι να πλησιάσει τη μύτη και το μοσχοφίλερο χαρίζει απλόχερα τα φίνα και εξωτικά αρώματά του, με νότες λίτσι, ροδοπετάλων και λεμονανθών. Με την πρώτη γουλιά παρασύρει με την παιχνιδιάρικη διάθεση που δημιουργεί το ελαφρύ σώμα του, η γαργαλιστική οξύτητα και το πικάντικο τελείωμα. Το μοσχοφίλερο μάλιστα δεν θυσιάζει τα χαρακτηριστικά αυτά ούτε όταν οινοποιηθεί με τη μέθοδο της Καμπανίας, για να δώσει λεπτά αφρώδη κρασιά, ούτε όταν εκχυλιστεί στην περίπτωση των ροζέ κρασιών, ούτε καν όταν ωριμάσει σε βαρέλι, στις σπάνιες περιπτώσεις που οινοπαραγωγοί αποφασίσουν να του προσδώσουν πάχος και όγκο.
Εξωτικό, αναπάντεχο και γεμάτο φρεσκάδα, το μοσχοφίλερο πλημμυρίζει τις αισθήσεις, δημιουργώντας με μοναδικό τρόπο ένα αίσθημα ευφορίας και χαράς, είτε ως απεριτίφ, είτε δίπλα σε κομψά πιάτα. Κάθε νέος στην ηλικία, στη γνώση, αλλά και στη διάθεση, ανεξάρτητα από τη βιολογική του ηλικία, θα βρει στο μοσχοφίλερο το εισιτήριο για ένα υπέροχο ταξίδι!

 

Μούχταρο
  Πιθανότατα η πρώτη ύλη για το Βίβλινο Οίνο της αρχαιότητας, το σπάνιο μούχταρο καλλιεργείται στην κεντρική Ελλάδα, δίνοντας ερυθρά κρασιά με αλκοόλ, σώμα και οξύτητα.

 

Μπατίκι
Χαμηλή σε οξύτητα λευκή ποικιλία της κεντρικής και της Βόρειας Ελλάδας, το μπατίκι παλαιότερα έδινε σταφύλια για επιτραπέζια χρήση.

 

Νεγκόσκα
Ποικιλία του βορειοελλαδικού χώρου, η νεγκόσκα –ή ποπόλκα Ναούσης, όπως είναι επίσης γνωστή– αποτελεί άλλη μια ψηφίδα στο μοναδικό μωσαϊκό των γηγενών ποικιλιών. Η ετυμολογία της λέξης –από τη σλάβικη ονομασία της πόλης Νάουσα (Νεγκούς)– μαρτυρά και την προέλευσή της. Ωστόσο, σήμερα η καλλιέργειά της περιορίζεται στις πλαγιές του όρους Πάικου. 
  Ο όγκος της παραγωγής της νεγκόσκας είναι τόσο μικρός, που σπάνια συναντάται οινοποιημένη μόνη της. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν είναι πρωταγωνιστής στον ελληνικό αμπελώνα, είναι ένας άξιος υποψήφιος για Όσκαρ 2ου… ερυθρού ρόλου! Έτσι, συμπληρώνοντας το ξινόμαυρο, δίνει μοναδικού χαρακτήρα ερυθρά και ροζέ κρασιά (σε ελάχιστα ροζέ συναντάται και ως η μόνη υπεύθυνη ποικιλία). Συμμετέχει στα ερυθρά κρασιά ΠΟΠ Γουμένισσα, όπου αναλαμβάνει να συμπληρώσει, αλλά και να τιθασεύσει την άλλη ερυθρή ποικιλία της περιοχής, που πρωταγωνιστεί το ξινόμαυρο. Ούσα σκουρόχρωμη, φρουτώδης και μέτρια σε οξύτητα και ταννίνες, η νεγκόσκα ολοκληρώνει το χαρμάνι, προσδίδοντας στα κρασιά της Γουμένισσας μια πιο ήπια, στρογγυλή και σοκολατένια γεύση, σε σχέση με αυτά της Νάουσας.
  Μέρος του μοναδικού terroir της Γουμένισσας, η στρογγυλή νεγκόσκα βάζει τη δική της πινελιά σε ένα κρασί που εκφράζει με εξαιρετικό τρόπο τις αξίες του παλαιού οινικού κόσμου, αγγίζοντας τις ευαίσθητες χορδές κάθε οινόφιλου, που θέλει να αποκτήσει πραγματική γνώση για το καλό κρασί. 


Nτεμπίνα
Το νέο οινικό πρόσωπο της Ελλάδας έχει οδηγήσει στην αλλαγή του προφίλ πολλών γηγενών ποικιλιών. Μια από αυτές –και μάλιστα από τις πλέον ανεξερεύνητες– είναι η ντεμπίνα, υπεύθυνη τόσο για την παραγωγή λευκών ξηρών κρασιών, όσο και για την παραγωγή μοναδικών αφρωδών και ημιαφρωδών. Ο ιδιαίτερα ευοξείδωτος χαρακτήρας της έκανε μέχρι πρότινος την κατανάλωσή της προνόμιο μόνο των τόπων παραγωγής της. Οι σύγχρονες όμως μέθοδοι οινοποίησης, εμφιάλωσης και μεταφοράς, επιτρέπουν πλέον σε κάθε φίλο του κρασιού, με ανοιχτούς ορίζοντες και διάθεση για εξερεύνηση, να απολαύσει την ιδιαίτερη φρεσκάδα της ντεμπίνας.


Ο αμπελώνας της Ζίτσας, που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων, είναι το βασικό κέντρο καλλιέργειας της υπερευαίσθητης αυτής ποικιλίας. Το κρύο κλίμα της περιοχής προικίζει τη ντεμπίνα με μοναδικά φρέσκο χαρακτήρα. Τα ημιαφρώδη και αφρώδη κρασιά από ντεμπίνα μοιράζονται την ίδια γεωγραφική ένδειξη και είναι διαθέσιμα σε ξηρές ή ημίξηρες εμφιαλώσεις. Εδώ τα αρώματα του μπριός και των μπισκότων έρχονται να εμπλουτίσουν, αλλά και να «γλυκάνουν», το βασικό πρωτογενές άρωμα της ποικιλίας. 
Προσεκτική συντήρηση και καλό πάγωμα πριν από το σερβίρισμα είναι τα μόνα σημεία που απαιτούν την προσοχή κάθε οινόφιλου, προκειμένου να εξερευνήσει τους κρυμμένους θησαυρούς της ποικιλίας ντεμπίνα. Εφόσον αυτά εξασφαλισθούν, ένα είναι σίγουρο: η ντεμπίνα θα γοητεύσει σε όποια μορφή και αν δοκιμαστεί!

 

Ξινόμαυρο
  Το όνομα του –ξινόμαυρο– προέρχεται από το ξινό και το μαύρο, αν και στην πράξη, οι φλούδες των ρωγών του δεν είναι ιδιαίτερα πλούσιες σε χρωστικές. Το ξινόμαυρο όμως εκπλήσσει με τις επιδόσεις και τον πολυδύναμο χαρακτήρα του, προσφέροντας «vin de garde» ερυθρά, δυναμικά ροζέ, αρωματικά αφρώδη, ακόμα και ιδιοσυγκρασιακά γλυκά κρασιά. 
  Φυτεμένο σε κάθε γωνιά της κεντρικής και της Βόρειας Ελλάδας, το ξινόμαυρο είναι αποκλειστικά υπεύθυνο ή συμμετέχει στα ερυθρά κρασιά ΠΟΠ Νάουσα, ΠΟΠ Αμύνταιο, ΠΟΠ Γουμένισσα και ΠΟΠ Ραψάνη, καθώς και στα ξηρά ήσυχα και αφρώδη κρασιά του Αμυνταίου (ΠΟΠ Αμύνταιο). «Δύστροπο» και απαιτητικό, το ξινόμαυρο χρειάζεται κατάλληλο terroir, αυξημένες καλλιεργητικές φροντίδες, χαμηλές στρεμματικές αποδόσεις και κατάλληλες καιρικές συνθήκες, για να ξεδιπλώσει το μεγαλείο του. Τότε όμως, θυμίζει τη σπουδαία ποικιλία του Πιεμόντε, νεμπιόλο. Οι ομοιότητες όμως με αυτή δεν σταματούν εδώ. Το ρουμπινί χρώμα, το μαγικό μπουκέτο, που περιλαμβάνει από βιολέτες μέχρι πολτό ελιάς και από ντομάτα μέχρι καπνό και φραγκοστάφυλα, το υψηλόβαθμο, γεμάτο οξύτητα στόμα και οι άγριες ταννίνες, δίκαια του έχουν δώσει τον τίτλο «ελληνικό νεμπιόλο».


  Στην περίπτωση των ερυθρών κρασιών, μια μακρόχρονη παλαίωση καταφέρνει να τιθασεύσει το χαρακτήρα του και να χαρίσει τα βελούδινα διακεκριμένα κρασιά για τα οποία το ξινόμαυρο είναι παγκοσμίως γνωστό και άρρηκτα συνυφασμένο με συγκεκριμένες προελεύσεις, όπως ξινόμαυρο-Νάουσα, ξινόμαυρο-Αμύνταιο κ.ά. Άλλες φορές πάλι, οι παραγωγοί επιλέγουν την πρόσμειξή του με ηπιότερες ποικιλίες, όπως κάποιες ξένες ή και τις ελληνικές σταυρωτό και κρασάτο (ΠΟΠ Ραψάνη) και νεγκόσκα (ΠΟΠ Γουμένισσα), ώστε να κάνουν τα κρασιά του πιο προσιτά στη νεότητά τους. Το χαρισματικό ξινόμαυρο κατέχει δίκαια μια υψηλότατη θέση στην ιεραρχία των ελληνικών ποικιλιών. Με τη μοναδικότητα και τις επιδόσεις του υπόσχεται να προσφέρει δυνατές εμπειρίες σε κάθε πραγματικό γνώστη του κρασιού, πείθοντάς τον από την πρώτη γουλιά ότι βρίσκεται μπροστά σε κάτι σπουδαίο και ξεχωριστό.
 

Ροδίτης
  Το γεγονός ότι ο ροδίτης είναι η πλέον πολυφυτεμένη λευκή ποικιλία και παράλληλα η βάση για εκατοντάδες «απλά» και καθημερινά –ή και λιγότερο «απλά»– λευκά κρασιά, έχει οδηγήσει στο χαρακτηρισμό του ως «ταπεινή» ποικιλία. Στην πραγματικότητα όμως, ούτε λευκή ποικιλία είναι, αφού το χρώμα της φλούδας των ρωγών της είναι ερυθρωπό, ούτε «ταπεινή», εφόσον κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να προσφέρει αξιόλογα και ιδιαίτερα κρασιά. Με δεδομένη μάλιστα τη σχετικά χαμηλή τιμή τους, ο ροδίτης θέτει υποψηφιότητα για την πλέον «value for money» ποικιλία του ελληνικού αμπελώνα.
Καλλιεργούμενος απ’ άκρη σ’ άκρη της ηπειρωτικής χώρας, ο ροδίτης δίνει τα λευκά κρασιά ΠΟΠ Πάτρα, συνδράμει στα λευκά κρασιά ΠΟΠ Αγχίαλος και ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα, ενώ συμμετέχει σε αμέτρητους οίνους ΠΓΕ. Οι σύγχρονοι, υψηλής ποιότητας ροδίτες διαθέτουν καθαρά, λεμονάτα –και ανάλογα με την περιοχή, ορυκτώδη– αρώματα, ελαφρύ προς μέτριο σώμα και δροσιστική οξύτητα, στοιχεία που τους προσδίδουν «ευρωπαϊκή» στόφα και ευελιξία στο τραπέζι.
Παρά την αμπελοκαλλιεργητική του κυριαρχία, ο ροδίτης παραμένει μια από τις πλέον ανεξερεύνητες ελληνικές ποικιλίες, αλλά και μια τρανή απόδειξη των δυνατοτήτων των σύγχρονων κρασιών της Ελλάδας, σε κάθε επίπεδο.

 

Ρομπόλα
  Η ονομαστική ομοιότητα, καθώς και η καλλιέργειά της στα νησιά του Ιονίου (κοντά στην Ιταλία), έκανε κάποιους να υποστηρίζουν ότι η ποικιλία ρομπόλα είναι ταυτόσημη με την καλλιεργούμενη στην ΒΑ Ιταλία Ribolla Gialla. Σημαντικές διαφορές όμως καθιστούν τη ρομπόλα μια πραγματικά μοναδική και πολλά υποσχόμενη ποικιλία, τόσο στη μορφολογία όσο και στη γεύση. Ένα σταφύλι που αν καλλιεργηθεί και οινοποιηθεί σωστά, αποζημιώνει με τον καλύτερο τρόπο, δίνοντας λευκά ξηρά κρασιά με φίνο χαρακτήρα και μοναδική ικανότητα να εκφράζουν το terroir από το οποίο προέρχονται.
Ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ασθένειες, αλλά και στην ξηρασία, η ρομπόλα αποζητά κατάλληλες συνθήκες για να ξεδιπλώσει τις αρετές της. Η κεντρική Ελλάδα, αλλά κυρίως τα νησιά του Ιονίου είναι οι βασικές περιοχές καλλιέργειάς της, με γνωστότερη όλων την Κεφαλλονιά. Εκεί άλλωστε δίνει τα κρασιά ΠΟΠ Ρομπόλα Κεφαλλονιάς. Παρά τον ευπαθή χαρακτήρα της –που απαιτεί άγονα, κατά προτίμηση ορεινά, εδάφη– είναι ιδιαίτερα παραγωγική, με αποτέλεσμα ο περιορισμός των αποδόσεων να είναι αναγκαίος για μια καλή ρομπόλα. Το ίδιο αναγκαία, λόγω του ευοξείδωτου χαρακτήρα της, είναι και η προσοχή στην οινοποίηση, που συνήθως λαμβάνει χώρα εξ ολοκλήρου σε ανοξείδωτες δεξαμενές. Όταν όμως όλα αυτά επιτευχθούν, το κρασί από ρομπόλα χαρακτηρίζεται από μια «ευρωπαϊκή», ορυκτώδη παρουσία, με μέτριο σώμα και εξαιρετική οξύτητα, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε ένα καλό κρασί ΠΟΠ Σαντορίνη ή –γιατί όχι– ένα Chablis, όταν το κρασί είναι νέο και σε ένα Riesling μετά από λίγα χρόνια!
Εν κατακλείδι, η κομψή ρομπόλα μπορεί να προσφέρει έναν σοφιστικέ, «gout de terroir» χαρακτήρα, που σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης των γεύσεων θα συγκινήσει σίγουρα τους εραστές της οινικής κουλτούρας και του πολιτισμού.

Ρωμέικο
Ερυθρή ποικιλία της Κρήτης, το ρωμέικο χαρακτηρίζεται από υψηλό αλκοόλ, χαμηλή οξύτητα και λίγες χρωστικές. Από αυτό παράγεται κυρίως τo παραδοσιακό κρασί μαρουβάς, ένα κρασί που θυμίζει Oloroso Sherry.

 

Σαββατιανό
Η ιστορική λευκή ποικιλία σαββατιανό συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πλέον πολυφυτεμένες του ελληνικού αμπελώνα. Μόνο του ή συμμετέχοντας σε χαρμάνια –και πολλών οίνων ΠΓΕ– είναι υπεύθυνο για ένα μεγάλο όγκο λευκών ξηρών κρασιών. Όπως και αν βρεθεί πάντως στο ποτήρι ενός οινόφιλου ένα καλό σαββατιανό, όχι μόνο υπόσχεται να τον κερδίσει με την ιδιαιτερότητά του, αλλά είναι έτοιμο να αποδείξει ότι η ποιότητα δεν έρχεται μέσα από τον εντυπωσιασμό, αλλά διαμέσου της ουσίας.
  Η αλήθεια είναι ότι παρά την ιστορία του, το σαββατιανό είναι μια ποικιλία ανεξερεύνητη, γεγονός που οφείλεται κυρίως στις αρκετές μέχρι πρότινος αδιάφορες επιδόσεις της, που εντελώς άδικα αποκαρδίωσαν μερικούς. Ωστόσο, το νέο και σύγχρονο πρόσωπο της ποικιλίας κερδίζει ακόμα και τον πλέον απαιτητικό οινόφιλο που θα τη δοκιμάσει, αφού διαθέτει διακριτικά αλλά ξεχωριστά αρώματα κίτρινων φρούτων και φρεσκοκομμένων σπαρτών, στρογγυλό στόμα και πολύ ισορροπημένη παρουσία. Για να υλοποιηθούν όμως όλα αυτά, πλήθος παραγωγών της Αττικής και της Κεντρικής Ελλάδος –περιοχές στις οποίες κυριαρχεί το σαββατιανό– έχουν δουλέψει σκληρά, τόσο στο αμπέλι, όσο και στο οινοποιείο. Τρυγώντας την κατάλληλη στιγμή διασφαλίζουν την απαραίτητη οξύτητα. Εφαρμόζοντας προζυμωτική εκχύλιση και χαμηλές θερμοκρασίες ζύμωσης «μπολιάζουν» την ποικιλία με φρεσκάδα και αυξημένη αρωματική ένταση. Επιλέγοντας διαφορετικούς κλώνους από κάθε terroir προσδίδουν πολυπλοκότητα και απομονώνοντας τα μεγάλης ηλικίας κυπελλοειδή αμπέλια εξασφαλίζουν συμπύκνωση και διάρκεια.


  Μέσα όμως στην παλέτα των νέων κρασιών της Ελλάδας δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το σαββατιανό ήταν και είναι η βασική ποικιλία από την οποία παράγεται η ρετσίνα. Δυστυχώς για την ποικιλία, τα άσχημα δείγματα ρετσίνας, που ανήκουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο παρελθόν της οινικής Ελλάδας, συνέβαλαν στην απαξίωση αυτής της ποικιλίας. Ωστόσο, μία εξαιρετική φιάλη σαββατιανού και μία μοντέρνα ρετσίνα δεν αποτελούν απλώς κομμάτια μοναδικού χαρακτήρα στο παζλ ενός πολυ-πολιτισμικού παγκόσμιου αμπελώνα.

 

Σκυλοπνίχτης
  Ερυθρωπή ποικιλία των νησιών του Ιονίου πελάγους. Η χοντρή ρώγα και η φλούδα του σκυλοπνίχτη λέγεται ότι πνίγει τα σκυλιά που τη δοκιμάζουν (από εκεί παίρνει και το όνομά της)! Υπάρχει και λευκός κλώνος.

 

Σταυρωτό
Άλλη μια σπάνια, γηγενής ποικιλία, το σταυρωτό, χρησιμοποιείται για την παραγωγή ερυθρών ξηρών κρασιών. Όπως και στην περίπτωση της νεγκόσκας, δεν θα το βρούμε μόνο του, αλλά σα μέρος χαρμανιών, ως ποικιλία που για άλλη μια φορά αναλαμβάνει να τιθασεύσει το ξινόμαυρο.
  Η καλλιέργειά του περιορίζεται στην περιοχή της Ραψάνης, στην κεντρική Ελλάδα, όπου μαζί με το κρασάτο και το ξινόμαυρο δίνει τα κρασιά ΠΟΠ Ραψάνη. Ο τρύγος του σταυρωτού λαμβάνει χώρα στα τέλη του Σεπτεμβρίου, γεγονός που σε συνδυασμό με την ευαισθησία του στις βροχές, αυξάνει τις απαιτήσεις για μια καλή εσοδεία. Το πλούσιο χρώμα του είναι υπεύθυνο για την πορφυρή όψη των κρασιών της Ραψάνης, ενώ οι φαινομενικά σκληρές ταννίνες του μαλακώνουν γρήγορα, παραδίδοντας τη σκυτάλη σε αυτές του ξινόμαυρου• αφήνει όμως παρακαταθήκη τα μπαχαρένια αρώματά του και μία γλυκόπιοτη γεύση.
  Οι εραστές του terroir, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τις ευρωπαϊκές ζώνες ΠΟΠ και μάλιστα τις ελληνικές, θα βρουν στα κρασιά της Ραψάνης όλα εκείνα τα στοιχεία της μοναδικότητας μιας ονομασίας προέλευσης και των αμπελοτοπίων της. Το σταυρωτό είναι μέρος αυτού του τόπου και συνεπώς βάζει την ιδιαίτερη πινελιά του σε έναν μοναδικό καμβά...

 

Φιλέρι
Συγγενικό γενετικά, αλλά και ασθενέστερο αρωματικά με το μοσχοφίλερο, το ερυθρό φιλέρι καλλιεργείται στην κεντρική Ελλάδα, συμμετέχοντας επί το πλείστον σε λευκά χαρμάνια.

 

Φωκιανό
  Φυτεμένο στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά κυρίως στα νησιά του Αιγαίου πελάγους, το ερυθρό φωκιανό δίνει κόκκινα ξηρά, αλλά και γλυκά κρασιά. Λέγεται ότι από αυτό παραγόταν ο περίφημος, ομηρικός «Πράμνιος Οίνος» της Ικαρίας.


 

Πηγή:ΕΔΟΑΟ (http://www.newwinesofgreece.com/el/discover/index.html)

Πηγή:http://oinognosi.eu/html/sparklingwine.html

Πηγή:https://antikleidi.com/2011/09/09/wine5/

               
                                 
                                 
 αρχικη χημειο παρεχει εξοπλισμος

 

 

 

 

 


 

 

 footer                  footer                footer                  footer
                                                     
 footer

 

 footer footer footer footer

 

 

 

© 2018 Καραγγελής | Χημείο , Βιολογικό Πετιμέζι , Εξοπλισμός Κρασιού | Μεσσήνη Μεσσηνίας • all rights reserved • developed and powered by LOGIKON
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΓΓΡΑΦΗ
3